Ήμουν σαράντα πέντε ετών όταν έχασα τη δουλειά μου. Έψαχνα δεξιά κι αριστερά, αλλά γρήγορα κατάλαβα: τίποτα δεν υπήρχε για μένα

Σαν να είχε καταρρεύσει ο κόσμος γύρω μου. Άρχισα τότε να κοιτάζω αγγελίες – στις εφημερίδες, στις κολόνες του δρόμου. Όποιος θέλει πραγματικά να δουλέψει, κάτι θα βρει. Και τότε το μάτι μου έπεσε σε μια αγγελία: «Ζητείται νταντά άνω των 45 ετών, με εμπειρία, για φροντίδα βρέφους.» Ήταν ξεκάθαρο: η πλούσια κυρία δεν ήθελε μια νεαρή κοπέλα να κυκλοφορεί γύρω από τον άντρα της. Ήμουν η ιδανική. Ντύθηκα προσεγμένα και πήγα στη διεύθυνση που αναγραφόταν.
Όπως φανταζόμουν, δεν ήταν κάποιο απλό διαμέρισμα – ήταν μια πολυτελής βίλα. Στην πύλη με σταμάτησε ένας φύλακας. Πήρε τηλέφωνο κάπου και με άφησε να περάσω. Μέσα, μια σκάλα με γυαλιστερά κάγκελα οδηγούσε πάνω, κι ήδη άκουγα το κλάμα ενός μωρού. Η κυρία του σπιτιού με περίμενε στον επάνω όροφο – μια νέα, κομψή γυναίκα, πολύ καλοντυμένη. Από αυτές που δεν τις βλέπεις ποτέ με ρόμπα στο σπίτι – κι ας τους έκανε καλό καμιά φορά.
Μου εξηγούσε τους όρους της δουλειάς, αλλά το κλάμα του μωρού με αποσπούσε. Στο τέλος τη ρώτησα:
– Συγγνώμη… το μωρό που κλαίει είναι αυτό που θα φροντίζω;
– Ακριβώς – απάντησε ψυχρά. – Τι; Δεν έχετε ξανακούσει μωρό να κλαίει; Είναι φυσιολογικό.
– Μα βέβαια. Έχω και εμπειρία. Απλώς πάντα προσπαθούσα να το ηρεμώ όσο πιο σύντομα γίνεται.
– Μάλιστα… κι έχετε και άποψη! Ελάτε.

Με πήγε σ’ ένα δωμάτιο.
– Εδώ είναι η ποδιά. Φορέστε τη και προσπαθήστε να την ηρεμήσετε.
Φόρεσα την ποδιά, πήρα το μωρό στην αγκαλιά μου – και αμέσως σταμάτησε να κλαίει. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Ήταν τόσο μικρούλα… δεν πρέπει να ήταν πάνω από δύο μηνών.
– Μάλλον μπορούμε να συνεργαστούμε – είπε η κυρία. – Πρέπει να είστε εδώ στις έξι το πρωί, ο φύλακας θα σας αφήνει να μπείτε. Μέχρι τις δύο το μεσημέρι. Μετά θα σας φέρνουν φαγητό. Πληρωμή καθημερινή ή μηνιαία, όπως θέλετε. Η μόνη σας ευθύνη είναι το μωρό.
– Ευχαριστώ, μου ταιριάζει. Έχω έναν γιο οκτώ ετών και ιδού οι συστάσεις μου.
– Η καλύτερη σύσταση είναι ότι η Λενιώ (Lenió) είναι ήσυχη στην αγκαλιά σας. Αλλά προσέξτε – μην τη συνηθίσει πολύ στην αγκαλιά. Δεν θέλω να συνηθίσει έτσι και με εμένα μετά… Καταλάβατε;
– Φυσικά. Όπως επιθυμείτε.
Την επόμενη μέρα ήμουν εκεί ακριβώς στις έξι. Ο φύλακας με άφησε. Όλα ήσυχα. Άλλαξα ρούχα, έπλυνα τα χέρια μου, και ήρθε το πρωινό σε ένα κουτί – σαν αυτά στα αεροπλάνα. Δέκα λεπτά αργότερα η μικρή άρχισε να κουνιέται, να γκρινιάζει. Η πάνα της ήταν βρεγμένη – την άλλαξα. Χαμογέλασε αμέσως.
Της μίλησα γλυκά:
– Λενιώ μου, καθαρό κοριτσάκι είσαι. Τώρα έρχεται το γαλατάκι σου.
Έφεραν το μπουκάλι. Το ζέστανα, το δοκίμασα, την τάισα. Μετά την πήρα αγκαλιά για να ρευτεί, την ξάπλωσα στο πλευρό της. Της χάιδεψα απαλά την πλάτη – δεν γίνεται να είναι συνέχεια ανάσκελα. Κι ένιωσα, μα την αλήθεια, πως με κοιτούσε ευγνώμονα. Ίσως ήμουν τρελή… αλλά το πίστευα.
Έτσι ξεκίνησε η δουλειά. Ο γιος μου, ο Σάκης, γύριζε μόνος του από το σχολείο και ζέσταινε φαγητό. Ανησυχούσα βέβαια. Ο άντρας μου μας είχε εγκαταλείψει και όλα ήταν στους ώμους μου. Τα ψίχουλα της διατροφής δεν αρκούσαν. Αυτή η δουλειά ήταν σωτήρια. Καμιά φορά έφερνα λίγο φαγητό και για τον Σάκη – έτρωγε πράγματα που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Δούλευα με συνέπεια. Η Λενιώ δενόταν μαζί μου – κι εγώ μαζί της. Πονούσα κάθε μέρα όταν έφευγα, ιδιαίτερα γιατί πάντα έκλαιγε όταν την έπαιρνε η μητέρα της. Γιατί; Δεν την αγαπούσε; Δεν την ένιωθε κοντά της; Ίσως και να ζήλευε που το παιδί με προτιμούσε…

Ώσπου μια μέρα, χειμώνα, έγινε κάτι που ακόμα δυσκολεύομαι να θυμάμαι.
Την είχα πάει βόλτα, την τάισα, κοιμήθηκε. Ήταν ήδη μετά τις δύο, αλλά κανείς δεν είχε έρθει.
Χτύπησε το κινητό μου – ήταν ο Σάκης. Είχε χάσει τα κλειδιά του.
– Μαμά, έλα γρήγορα, δεν μπορώ να μπω.
– Περίμενε λίγο, της είπα. Το μωρό κοιμάται, δεν μπορώ να την αφήσω μόνη. Θα έρθω όσο πιο γρήγορα μπορώ.
Πέρασε κι άλλη ώρα. Ο Σάκης ξανατηλεφώνησε, σχεδόν κλαίγοντας.
Κοιτούσα γύρω μου – απόλυτη σιωπή. Καμία ενημέρωση.
Τελικά αποφάσισα: Ντύσα καλά τη Λενιώ, την τύλιξα και την έβαλα στο καρότσι. Ο φύλακας δεν με ρώτησε τίποτα.
Άνοιξα στον γιο μου το σπίτι, και με κοίταξε με απορία:
– Ποιο είναι το μωρό, μαμά; Να μείνει μαζί μας!
– Όχι, Σάκη μου… έχει τη μαμά και τον μπαμπά της. Μόνο για λίγο την πήρα. Φάε κάτι και θα την επιστρέψω.
Και τότε χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο φύλακας, λαχανιασμένος:
– Είσαι τρελή; Η κυρία κάλεσε την αστυνομία! Είπε ότι απήγαγες το παιδί! Γρήγορα πίσω!
Επιστρέψαμε. Ήταν κι ο αστυνομικός εκεί, κρατούσε σημειώσεις. Του εξήγησα τα πάντα: ότι δεν ήρθε κανείς, ότι το παιδί μου ήταν έξω και με περίμενε… Τελικά ηρέμησαν όλοι. Δεν έγινε καμία καταγγελία.
Η κυρία με κοίταξε ψυχρά και μου έδωσε έναν φάκελο:
– Δε θα χρειαστούμε ξανά τις υπηρεσίες σας.
Η Λενιώ έκλαιγε στην αγκαλιά της…
Την κοίταξα για μια τελευταία φορά. Δεν αναζήτησα άλλη δουλειά. Ξεκουράστηκα. Ασχολήθηκα με τον Σάκη.
Μα η καρδιά μου… ακόμα μερικές νύχτες πονάει.
