– Για κοιτάξτε τον ασθενή! – βροντοφώναξε η γιατρός της γειτονιάς, η Μάρα Λεονίντοβνα Γιαστζέμπσκαγια, κάνοντας όλη τη συνοικία να αντηχήσει

Η Μάρα Λεονίντοβνα δούλευε στο ιατρείο αυτό σχεδόν σαράντα χρόνια και ήξερε άψογα τη ντοπιολαλιά.
– Άρρωστος είμαι! – προσπάθησε να διορθώσει τη διάγνωση κάποιος θείος Βόβα, που τον είχαν πιάσει από το πέτο του παλτού.
– Εγώ θα σου πω πότε είσαι άρρωστος! – του απάντησε κοφτά η γιατρός. – Όταν φέρεις όλες τις εξετάσεις, τότε σε συζητάμε!
Η θεραπευτική της προσέγγιση έκανε ακόμα και τους φορτωτές Σέμα και Γιάνκα να ιδρώνουν – δυο γίγαντες με γροθιές πιο βαριές κι από σακί τσιμέντο.
Μικροκαμωμένη και χαμηλή, στεκόταν μπροστά στον Γιάνκα – που, Σάββατο ήταν, είχε ήδη κατεβάσει ένα ποτηράκι και πήγαινε για το επόμενο – και του μιλούσε αυστηρά, με θλίψη στα μάτια:
– Αύριο πεθαίνεις!
– Τι λες τώρα;! – ξαφνιάστηκε ο Γιάνκα.
– Ίδιο πράγμα με την κυρία Μπαρενμπούχερ πέρσι. Σήμερα ξάπλωσε, αύριο δεν σηκώθηκε…
– Μα γιατί; – ρώτησε ψιθυριστά.
– Γιατί δεν ξέρεις πότε να σταματήσεις!
– Μόνο μια γουλιά ήπια…
– Και το μεσημέρι έχεις δουλειά! – του κάρφωσε το βλέμμα.
Ο Γιάνκα κατέβασε το κεφάλι του, τα τεράστια πόδια του σύρονταν στο πάτωμα.
– Τότε… δε θα πιω άλλο.
– Δώσε το εδώ! – άπλωσε το χέρι της. Ο Γιάνκα της παρέδωσε το μπουκάλι χωρίς αντίρρηση.
– Τώρα είμαι εντάξει; – ρώτησε με ελπίδα.
Η γιατρός έβγαλε από την τσάντα της ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε εφημερίδα και του το έδωσε.
– Φάε. Το τσίπουρο δεν πίνεται με άδειο στομάχι!
– Μα έφαγα! – είπε ψέματα ο Γιάνκα.
– Αυτό ήταν χθες – τον αγνόησε η Μάρα. Ο Γιάνκα άρχισε να τρώει και ξαναρώτησε:

– Και τώρα;
Η γιατρός άνοιξε το σημειωματάριό της, διάβασε κάτι, και τελικά αποφάνθηκε:
– Ζήσε. Μέχρι την Τρίτη. Θα δούμε τότε!
Και ο Γιάνκα έφυγε χαρούμενος – μέχρι την Τρίτη είχε χρόνο. Και δουλειά.
Η Γιαστζέμπσκαγια δεν ακολουθούσε λίστες – περνούσε από σπίτι σε σπίτι.
Κάποιοι της έβαζαν χρήματα στην παλάμη – ένα δυο ρούβλια. Τα έπαιρνε, αλλά δεν τα κρατούσε – τα άφηνε αλλού, εκεί που δεν υπήρχε τίποτα, μαζί με τη συνταγή.
Στο τέλος της μέρας, πήγαινε για τσάι στη Γκομενμπάχεν. Αυτές οι στιγμές ήταν ιερές. Κανείς δεν τις ενοχλούσε. Αν κανείς τολμούσε να φωνάξει:
– Πού είναι η Μάρα Λεονίντοβνα; Μου είπαν πως είναι εδώ!
Του απαντούσαν ήρεμα πως πίνει τσάι και δεν μπορεί να διακοπεί. Κι αν δεν καταλάβαινε, ρωτούσαν:
– Πεθαίνει κανείς;
– Όχι, αλλά…
– Δεν έχει “αλλά”! – ήταν η απάντηση.
Αν κάποιος συνέχιζε, τότε ο Γιάνκα ή ο Νικήτας τον έπιαναν από το γιακά και το παντελόνι και τον πέταγαν έξω.
– Περίμενε εδώ! – του έλεγαν.

Μέσα, η γιατρός και η οικοδέσποινα απολάμβαναν το τσάι τους, αντάλλασσαν συνταγές.
– Μην προσπαθείς να με γιατρέψεις, Μάρα – μουρμούριζε η Γκομενμπάχεν. – Για αληθινή σαλάτα με ρέγγα, χρειάζεσαι μήλο Antonovka!
– Και το Semerenko δεν κάνει; – ρώτησε ειρωνικά η Μάρα.
– Άφησε τις εξυπνάδες! – της αντιγύρισε η φίλη της. – Έξω από το σπίτι είσαι γιατρός. Εδώ μέσα, μαθήτρια. Όσο ζω!
Και η Μάρα μάθαινε. Έφερνε “εργασίες” – νέα συνταγή, νέο γλυκό. Και αγχωνόταν. Στο μεταξύ, έκλεβε σφυγμούς, τάχα αγγίζοντας απλώς το χέρι.
Η Γκομενμπάχεν παραπονιόταν, μα ακολουθούσε τις οδηγίες κατά γράμμα.
Ώσπου ερχόταν η ώρα. Η Μάρα Λεονίντοβνα σηκωνόταν, αναστέναζε και έφευγε. Προς άλλες αυλές, με άλλους Γιάνκες και Σέμες – αλλά μόνο μία Γκομενμπάχεν υπήρχε.
– Σπάνιο είδος! – σκεφτόταν η Μάρα.
– Σπάνιο είδος! – σκεφτόταν κι η Γκομενμπάχεν.
Κι έτσι, δυο γριές, που καβγάδιζαν για όλα, σκέφτονταν τελικά το ίδιο.
Αλλά… ίσως αυτό να μην είναι καθόλου περίεργο.
