«Είναι απίστευτο πώς καταφέρνετε να μπερδεύετε το εξοχικό με ξενοδοχείο, και τον εαυτό σας με γαλαζοαίματους. Εδώ δεν υπάρχει προσωπικό για να σας υπηρετεί!»
– Επιτέλους φτάσαμε, – αναστέναξε ο νεαρός άντρας, αφήνοντας στο πάτωμα του δωματίου τις βαλίτσες.
– Μόνο γι’ αυτή τη στιγμή περίμενα τις διακοπές, – του απάντησε η γυναίκα του και έγειρε για να τον φιλήσει.

Εκείνη μόλις είχε ολοκληρώσει το πτυχίο της, αλλά ήδη εργαζόταν. Σε έναν μήνα θα ξεκινούσε ένα μεγάλο νέο έργο, και ήθελε να ξεκουραστεί σωστά και να γεμίσει δυνάμεις. Εκείνος είχε πάρει την πολυπόθητη άδεια, και τώρα, γεμάτοι χαρά για τη νιότη τους, τον όμορφο καιρό και την απόλυτη απομόνωση, είχαν έρθει στο εξοχικό.
Το σπίτι βρισκόταν σε ένα μικρό χωριό. Ήταν χτισμένο δίπλα σε ένα ποταμάκι, και στην άκρη του χωριού απλωνόταν ένα όμορφο δάσος, όπου οι νέοι λάτρευαν να περπατούν.
Στην αυλή υπήρχε σάουνα, ψησταριά και ακόμη και χώρος με ξαπλώστρες. Το σπίτι διέθετε όλες τις ανέσεις. Ο μήνας που σκόπευαν να περάσουν εκεί προμηνυόταν γεμάτος ρομαντισμό και ευτυχισμένες στιγμές.
Τρεις μέρες σαν παραμύθι
Ο ήλιος έλαμπε γλυκά και το ελαφρύ αεράκι έδιωχνε τα κουνούπια. Δεν ήθελαν ούτε να θυμηθούν το ίντερνετ ούτε να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο, αλλά πού και πού το τηλέφωνο χτυπούσε.
– Σήκωσέ το, – μουρμούρισε η Όλια, ξαπλωμένη σε μια αιώρα στη σκιά της μηλιάς, κουνώντας το κεφάλι προς τον ήχο. Ο Αντόν άνοιξε απρόθυμα τα μάτια και ξεγλίστρησε από την αγκαλιά της γυναίκας του:
– Ναι. Α, γεια σου! Φυσικά, πάει καιρός που δεν έχουμε δει ο ένας τον άλλον! Ναι… ναι-ναι-ναι… Ακριβώς! Καλά, λοιπόν, σας περιμένουμε.
Η Όλια στηρίχθηκε στον αγκώνα της και κοίταξε τον άντρα της ερωτηματικά.
– Ποιος ήταν;
– Ο Μίσα.
– Ο Μίσα με τη γυναίκα του την Οξάνα και τα δίδυμα;
– Ναι.
– Και πού ακριβώς τους περιμένουμε; – είπε η Όλια με ελαφρύ συνοφρύωμα και ανασηκωμένο πηγούνι.
– Εδώ φυσικά, πού αλλού!

– Και δεν σκέφτηκες να με ρωτήσεις; – τώρα φαινόταν πραγματικά μπερδεμένη και έτοιμη να θυμώσει.
– Μα τι λες; Ωραία θα περάσουμε, ξέρεις πόσο αγαπάς τους καλεσμένους, κι έχουμε καιρό να τους δούμε, – δικαιολογήθηκε ο Αντόν, πλησιάζοντάς την, – Κι εμείς οι δυο θα έχουμε χρόνο να μείνουμε μόνοι, δεν θα έρθουν για βδομάδα, τρεις μέρες είπε ο Μίσα – της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και εκείνη γέλασε.
– Ε, τότε μόνο αν δεν είναι για ολόκληρη βδομάδα, – είπε χαρούμενα η Όλια και άρχισε να σκέφτεται πού και πώς θα τακτοποιούσε τους καλεσμένους.
Το επόμενο πρωί το ήσυχο εξοχικό γέμισε ζωντάνια. Η Όλια ξύπνησε νωρίς για να ετοιμάσει το δωμάτιο των επισκεπτών και να τελειώσει το συμμάζεμα που δεν είχε προλάβει την προηγούμενη. Ο Αντόν μαρινάριζε το κρέας.
Οι καλεσμένοι έφτασαν το μεσημέρι, τακτοποιήθηκαν στο δωμάτιο που τους είχαν ετοιμάσει οι φιλόξενοι οικοδεσπότες. Τα παιδιά έτρεχαν στον κήπο και μετά προσπάθησαν να πιάσουν μικρά ψαράκια από τη γεφυρούλα, ενώ οι μεγάλοι έπιναν ελαφρύ κρασί και έψηναν σουβλάκια. Όλοι ήταν σε κέφι να περάσουν όμορφα.
– Ωραία περνούσαμε στο σχολείο, παρόλο που σχεδόν δεν διάβαζα, – θυμόταν ο Μίσα, μασώντας ένα κομμάτι κρέας.
– Ναι, ναι, ειδικά όταν πήγαμε όλοι μαζί στα αμπέλια, – συμφώνησε ο Αντόν, – Σχεδόν έναν μήνα μείναμε δίπλα στη θάλασσα, μαθαίναμε και μαζεύαμε σταφύλια.
– Και πόσο τα τρώγαμε!
– Αυτό να το λες…
– Εσείς καλά ήσασταν, – είπε με ελαφρώς πικραμένο τόνο η Οξάνα, – Εσείς μεγαλώσατε δίπλα στη θάλασσα, κι εγώ στα Ουράλια μόνο πατάτες έσκαβα και δέντρα ασβέστωνα. Ούτε θάλασσα, ούτε ήλιο, ούτε φυσικά σταφύλια.
– Εγώ πάλι δεν ξέρω σε τι σχολείο πηγαίνατε, – αποκρίθηκε η Όλια, – αλλά μαθήματα εργασίας δεν είχαμε, γιατί μου έφτανε η δουλειά στο σπίτι. Αν και, τι να παραπονιέμαι, – ακούμπησε στην πλάτη της ψάθινης πολυθρόνας και κοίταξε τα παιδιά, – Τα σχολικά χρόνια είναι τα πιο ανέμελα και ευτυχισμένα. Ό,τι κι αν γίνει, οι αναμνήσεις μένουν φωτεινές…
Έτσι, με φαγητό και κουβέντες κύλησε η πρώτη μέρα. Οι παλιοί φίλοι πέρασαν υπέροχα, και τα παιδιά, αφού έπαιξαν μέχρι εξαντλήσεως, αποκοιμήθηκαν αμέσως.
– Έχεις μια τέλεια κλαδί στη μηλιά, όπου μπορούμε να βάλουμε κούνια, – έλεγε ο Μίσα στον φίλο του, ενώ οι γυναίκες πήγαν να πλύνουν τα πιάτα και να βάλουν τα παιδιά για ύπνο.
– Λες να το φτιάξουμε; – απάντησε ο Αντόν νυσταγμένα, χασμουριώντας.
– Εγώ θα το φτιάξω, αρκεί να μου δώσεις μια τάβλα και γερό σκοινί.
– Και πού ξέρεις ότι έχω;
– Μα σε ποιο εξοχικό δεν υπάρχουν αυτά; Θα βρούμε…
Τα μάτια του Αντόν έκλειναν ασταμάτητα, κι έτσι δεν απάντησε, αν και η φράση του Μίσα του φάνηκε κάπως αγενής. Ο οικοδεσπότης ένιωσε ότι ο καλεσμένος μπλεκόταν σε ξένες δουλειές, αλλά η νύστα νίκησε και αυτή την αίσθηση.
Την επόμενη μέρα η Όλια είχε ετοιμάσει για τους καλεσμένους πρόγραμμα με πικνίκ στο ποτάμι.
Όσο οι άντρες έψαχναν την τάβλα για την κούνια κι η Οξάνα ασχολούνταν με τα παιδιά, η Όλια ετοίμαζε δύο μεγάλες καλάθες.
Στο ένα καλάθι υπήρχαν πετσέτες, μπρατσάκια για τα δίδυμα και μερικά επιτραπέζια ταξιδιωτικά παιχνίδια· στο άλλο, αεροστεγώς κλεισμένο, δροσίζονταν ανάμεσα σε σακουλάκια με πάγο μήλα, καρπούζι, σταφύλια, σάντουιτς, κράκερ και μπουκάλια με αναψυκτικά.

Για πικνίκ αποφάσισαν να πάνε στο τέλος του χωριού – εκεί βρισκόταν η «κοινή» παραλία. Ο τόπος ήταν γραφικός, υπήρχε μάλιστα και καθαρή αμμουδιά. Οι φίλοι κάθισαν στη σκιά μιας θεόρατης βελανιδιάς και άρχισαν να παίζουν επιτραπέζια παιχνίδια, ρίχνοντας ταυτόχρονα ματιές στα παιδιά που πιτσιλούσαν νερά το ένα στο άλλο στην ακρογιαλιά.
Η βόλτα στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Μάλιστα έφτασε η ώρα και για τη βάρκα. Ο Αντόν με την Όλια σπάνια τη φούσκωναν, αλλά αυτή τη φορά το θυμήθηκαν. Και τα παιδιά χάρηκαν και οι μεγάλοι έκαναν τις βόλτες τους.
Έτσι, πέρασε απαρατήρητα άλλη μία μέρα, κι έπειτα ακόμη δύο…
Η κούνια είχε ήδη κρεμαστεί με σκοινί που πήραν από τον γείτονα, τον θείο Κόλια, και οι καλεσμένοι ήταν ήδη χορτασμένοι, λουσμένοι και ξεκούραστοι. Τις πιο ζεστές ώρες της ημέρας, ο Αντόν και η Όλια αποσύρονταν στο σπίτι για να ξαπλώσουν κάτω από το κλιματιστικό, ενώ στους επισκέπτες η ζέστη δεν φαινόταν να ενοχλεί· έκαναν ηλιοθεραπεία και άκουγαν μουσική στην αυλή.
– Πιο σιγά, δεν είμαστε μόνοι, – απωθούσε τον άντρα της η Όλια όταν εκείνος προσπάθησε να τη φιλήσει.
– Γιατί σε ενοχλεί αυτό; – απομακρύνθηκε ο Αντόν.
– Εμένα με ενοχλούν πια όλα… – είπε η Όλια καθισμένη στο κρεβάτι, κοιτώντας τον με θλίψη. – Δεν ξέρω πώς να απασχολήσω αύριο τον Μίσα και την Οξάνα. Τα παιδιά, εντάξει, χαίρονται και μόνο να σκαλίζουν το χώμα· αλλά τους μεγάλους πρέπει να τους διασκεδάζεις… Έπρεπε να έχουν φύγει ήδη από χθες, κι ούτε που το σκέφτονται… Έχω κουραστεί…
– Ε, μην τους διασκεδάζεις αν δεν θέλεις, – είπε ο Αντόν, και αμέσως κατάλαβε πόσο ανόητο ακούστηκε. Ήξερε πολύ καλά τη γυναίκα του. Έτσι είχε μεγαλώσει: για εκείνη οι καλεσμένοι ήταν πάνω απ’ όλα, αφού ήταν η οικοδέσποινα· δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φανεί αφιλόξενη. – Εξάλλου, ναι, έχεις δίκιο, ήρθε η ώρα να γυρίσουν σπίτι τους.
– Μα φυσικά ήρθε! Χάρηκα πολύ που ήρθαν, αλλά τα παιδιά τους κάνουν τόση φασαρία! Και το μπάνιο μας είναι μόνο ένα, δεν αντέχω να περιμένω συνεχώς σειρά… μίλα μαζί τους, – αναστέναξε η Όλια και έκλεισε βαριά τα μάτια.
Την επόμενη μέρα ο Αντόν άρχισε με κάθε τρόπο να υπονοεί στον φίλο του ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψει με την οικογένειά του στην πόλη.
Ωστόσο, ο Μίσα δεν έδειχνε με τίποτα να καταλαβαίνει τι σήμαινε η φράση:
– Ε, έχουμε καιρό να μείνουμε μόνοι με την Όλια· στην πόλη μοιραζόμαστε το διαμέρισμα με την αδελφή της, κι εδώ όλο καλεσμένοι, καλεσμένοι…
Σε αυτό ο Μίσα απάντησε μόνο:
– Κι εγώ από την αδελφή της θα το ‘σκαγα εδώ! Καλά είναι… ήσυχα, όμορφα, όλη μου τη ζωή θα την περνούσα σε τέτοια μέρη!
Σιγά σιγά οι μικρές ενοχλήσεις άρχισαν να μετατρέπονται σε μεγάλες και αισθητές.

Όταν το πρωί έμπαινε στην κουζίνα, η Όλια συχνά έβλεπε στο τραπέζι άπλυτα πιάτα ή ξεχασμένα φαγητά από το προηγούμενο βράδυ. Εκείνη πλέον πήγαινε για ύπνο λίγο νωρίτερα, ενώ οι καλεσμένοι κάθονταν ακόμη, μιλούσαν και έβλεπαν τηλεόραση. Τους άρεσε επίσης να τρώνε αργά το βράδυ, όταν έπεφτε η ζέστη.
Ο Αντόν παρατήρησε ότι ο Μίσα όλο και δανειζόταν πράγματα δικά του χωρίς να τα επιστρέφει στη θέση τους. Έτσι έγινε με τα κιάλια, τα βατραχοπέδιλα και τον φορτιστή. Ό,τι έπιανε ο φίλος του, μπορούσε να βρεθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από τη θέση του.
Τα παιδιά έσπασαν ένα πιάτο και μια ακριβή πήλινη κούπα, και δυο φορές παραλίγο να σκοντάψουν στα καλώδια της τηλεόρασης, ρίχνοντάς την κάτω. Εδώ και πάνω από μια βδομάδα στο εξοχικό του Αντόν και της Όλιας δεν υπήρχε ούτε λεπτό ησυχίας.
Οι οικοδεσπότες είχαν κουραστεί να χαμογελούν με το ζόρι και να μιλούν με υπαινιγμούς, κι έτσι αποφάσισαν να τα πουν καθαρά και ξάστερα:
– Θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας στις διακοπές μας, – άρχισε διστακτικά η Όλια.
– Καταλαβαίνω, – απάντησε ατάραχα ο Μίσα.
– Μίσα, είχες πει ότι θα μείνετε δυο μέρες, κι έχει περάσει πάνω από βδομάδα, – είπε η Όλγα κοιτάζοντας τον φίλο του άντρα της. – Πότε θα φύγετε;
– Δεν ήθελα να το πω, αλλά δεν αφήσατε άλλη επιλογή! Τους υπαινιγμούς δεν τους καταλαβαίνεις ή κάνεις πως δεν τους καταλαβαίνεις, – πρόσθεσε η Όλια, με τον Αντόν να απευθύνεται στον Μιχαήλ.
– Α… ε, δυο μέρες ακόμη να ξεκουραστούμε και μετά πάμε στην πόλη… – είπε ο Μίσα, κοιτώντας τη γυναίκα του. Στα μάτια της Οξάνας φάνηκε μια ερώτηση.
– Μας αρέσει τόσο εδώ, αλλά αφού είναι έτσι… Ναι… δυο μέρες και θα αρχίσουμε να μαζευόμαστε, δεν θα σας ενοχλούμε, – συμφώνησε η Οξάνα, πίνοντας κβας από την κούπα της Όλιας, αυτήν που η οικοδέσποινα είχε ήδη ζητήσει αρκετές φορές να μη χρησιμοποιεί και να μη δίνει στα παιδιά. Άλλωστε, μία την είχαν ήδη σπάσει.
– Ακούστε, εγώ δεν αντέχω άλλο! Και βέβαια μας ενοχλείτε! Οι διακοπές μας τελειώνουν! – ξέσπασε ξαφνικά η Όλια. – Το τελευταίο που ήθελα ήταν να περάσω την άδειά μου υπηρετώντας και πληρώνοντας για την άνετη διαμονή σας στο εξοχικό μας! Κουράστηκα να είμαι η καλή οικοδέσποινα και να μαζεύω πίσω από καλεσμένους που έπρεπε να είχαν φύγει πριν 5 μέρες! Θέλω κι εγώ να ξεκουραστώ. Αφού δεν καταλαβαίνετε τους υπαινιγμούς, θα το πω καθαρά – θέλω να φύγετε. Τώρα.
Οι καλεσμένοι κοίταξαν την Όλια με έκπληξη και προσβολή.
– Δηλαδή μας διώχνει; – ρώτησε η Οξάνα τον άντρα της με τόνο σαν να ήταν το δικό της σπίτι, κι έπειτα απευθύνθηκε στην Όλγα σε υψηλούς τόνους: – Μας διώχνεις;
– Ναι, – απάντησε κοφτά η Όλια. – Σας βαρέθηκα. Θέλω να φύγετε!
Η Όλγα σηκώθηκε, δείχνοντας πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο να συζητηθεί. Γιατί πράγματι δεν υπήρχε.

Ο Αντόν καταλάβαινε ότι ήταν καλύτερα να μην πει τίποτα στη γυναίκα του εκείνη τη στιγμή, σπάνια την είχε δει σε τέτοια κατάσταση. Μα οι φίλοι τον ξάφνιασαν. Ο Μίσα ούτε που κουνήθηκε, καθισμένος χαλαρά στην πολυθρόνα συνέχισε να κάθεται. Η Οξάνα πάλι πάγωσε με ένα ελαφρό ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο:
– Απίστευτο, έκπληξη! – ήταν το μόνο που είπε, ρίχνοντας το βλέμμα της από τον Αντόν στον Μιχαήλ.
Ο Αντόν κοίταξε τους καλεσμένους και πρόσθεσε:
– Εδώ και 4 μέρες σας υπαινίσσομαι ότι πρέπει να ξέρετε το μέτρο, κι εσείς κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε. Δικό σας το φταίξιμο. Ούτε εγώ ούτε η Όλγα το θέλαμε αυτό, χαρήκαμε πολύ που σας είδαμε, αλλά η θρασύτητά σας δεν έχει όρια.
Η Οξάνα σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα. Στράφηκε προς την κουζίνα, όπου είχε πάει η Όλγα.
– Αυτό θα πει φίλοι! Δηλαδή πρώτα μας καλείτε κι ύστερα έτσι; Σας λυπήθηκε το φαγητό; Θα σας τα αποζημιώναμε όλα όταν φεύγαμε, μπορεί και παραπάνω! Σας ενόχλησαν τα παιδιά μας; Ζηλεύεις που δεν έχετε δικά σας, γι’ αυτό εξαγριώνεσαι! Και βάζεις και τον άντρα σου εναντίον μου! – φώναξε ξαφνικά με ξένη φωνή η Οξάνα προς την Όλγα. – Θα φύγουμε! Θα φύγουμε αμέσως!
Η γυναίκα κατευθύνθηκε απότομα στο δωμάτιό της για να μαζέψει πράγματα. Ο Μίσα ακολούθησε τη γυναίκα του. Ο Αντόν κι η Όλια αντάλλαξαν βλέμματα.
Άλλο μισάωρο οι καλεσμένοι φόρτωναν πράγματα που είχαν σκορπιστεί σε όλο το οικόπεδο. Τα παιδιά γκρίνιαζαν και δεν ήθελαν να φύγουν. Η Οξάνα ψιθύριζε μόνο:
– Η θεία Όλια έχει δουλειές, γι’ αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ. Ναι, σας υποσχεθήκαμε δυο εβδομάδες στη λίμνη, ε, βγήκε λίγο λιγότερο…
Η Όλγα άκουγε και μόνο απορούσε με τέτοια απροκάλυπτη αγένεια.
Είχαν σκοπό να μείνουν μαζί τους δύο εβδομάδες, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να συνεννοηθούν με τους οικοδεσπότες, χωρίς να συζητήσουν τι να φέρουν από τρόφιμα ή ποτά. Στις μέρες που έμειναν, ο Μίσα ούτε μία φορά δεν πρότεινε να συμμετάσχει στις αγορές τροφίμων, ούτε καν στα διάφορα πατατάκια, γλυκίσματα και φρούτα για τα παιδιά τους. Η Οξάνα ούτε μία φορά δεν πρότεινε να βοηθήσει με το καθάρισμα, επικαλούμενη ότι έπρεπε να βοηθήσει τα παιδιά να κάνουν μπάνιο, να χτενιστούν, κι έπειτα ότι έπρεπε να μιλήσει μαζί τους πριν κοιμηθούν.
«Άραγε τέτοιο κόλπο το έχουν ξανακάνει με άλλους γνωστούς;» – σκεφτόταν η Όλγα, καθισμένη στο παγκάκι έξω από το σπίτι, κοιτώντας τον άντρα της που έκλεινε την αυλόπορτα πίσω από το αυτοκίνητο των φίλων.
Στο σπίτι βασίλεψε σιωπή. Μόνο το μεγάλο ρολόι τοίχου ακουγόταν με το τικ-τακ των δεικτών του.
– Λες να έκανα λάθος; Δεν κρατήθηκα! Βγήκε κάπως αγενές. Και εσένα με τον Μίσα σας έβαλα σε κόντρα, – είπε σκεπτική στον άντρα της η Όλια.
– Εσύ… Εμείς αντέξαμε όσο μπορούσαμε… Εγώ φταίω, έπρεπε να το είχα λύσει μόνος μου μόλις τελείωσαν οι αργίες. Να πάω να μιλήσω ανοιχτά. Κι εγώ όλο το γύριζα… Έφερα την κατάσταση στα άκρα, – απάντησε εκείνος. – Μα εσύ τα κατάφερες! Σωστά έκανες! Τέτοιους πρέπει να τους βάζεις στη θέση τους.
– Τος, ας περάσουμε το υπόλοιπο των διακοπών χωρίς καλεσμένους… Αν θέλεις να δεις κάποιον, ας πάμε εμείς για μια-δυο μέρες, αλλά στο σπίτι μας να μη φέρνουμε κανέναν. Και την επόμενη φορά, σε παρακαλώ, να με ρωτάς πριν δεχτείς επισκέψεις.
– Όλια, επόμενη φορά δεν θα υπάρξει. Τουλάχιστον όχι χωρίς τη συγκατάθεσή σου! Ο Μίσα μου έκοψε για καιρό τη διάθεση να καλώ κόσμο, – απάντησε ο Αντόν με χιούμορ. – Κινηματογράφο ή… όχι κινηματογράφο; – ρώτησε χαμογελαστά τη γυναίκα του.

Οι επόμενες τρεις μέρες κύλησαν σαν παραμύθι· ως το τέλος των διακοπών έμενε λίγο παραπάνω από μια εβδομάδα.
Τα τηλέφωνα οι δυο τους τα έκλεισαν, για να μην υπάρχει τίποτα και κανένας που θα μπορούσε να διακόψει την ήσυχη ξεκούρασή τους.
– Μου φαίνεται ή κάποιος χτυπάει την αυλόπορτα; – η Όλια άφησε το βιβλίο της και κοίταξε τον Αντόν με απορία. Εκείνος άνοιξε τα μάτια και αφουγκράστηκε. Πράγματι, κάποιος τραβούσε το χερούλι της πόρτας. Κουδούνι δεν είχαν βάλει ποτέ, και την πόρτα την κρατούσαν πάντα κλειστή.
Ο Αντόν ξεγλίστρησε από την αιώρα, και σηκώθηκε κι η Όλγα.
– Ξέρεις ποιος μπορεί να είναι; – τον ρώτησε ο Αντόν.
– Όχι βέβαια!
Οι φωνές πίσω από την πόρτα φάνηκαν στον Αντόν γνώριμες. Άνοιξε την πορτούλα.
– Αντόχα! Να ‘μαστε! Έκπληξη! – φώναξαν ταυτόχρονα μερικοί άνθρωποι.
«Όχι, όχι αυτό!» – σκέφτηκε ο Αντόν και κοίταξε την Όλγα. Εκείνη γύρισε τα μάτια της προς τα πάνω και τράβηξε το καπέλο της πιο χαμηλά…
