Μετά από είκοσι χρόνια εμφανίστηκε ένας παλιός συμμαθητής, που είχα χάσει εντελώς τα ίχνη του

Είδε τις μοτοσυκλέτες μου στο διαδίκτυο και κατάλαβε πως ήμουν εγώ. Κανονίσαμε μία βιντεοκλήση – δύο οθόνες, δύο ποτήρια κρασί και πολλές αναμνήσεις.
– Πώς είσαι; – τον ρώτησα. – Τα παιδιά; Η Ολένκα;
Η Ολένκα ήταν η γυναίκα του, και σπουδάζαμε όλοι μαζί. Ήταν ένας έρωτας τόσο δυνατός που σειόταν ολόκληρος ο κοιτώνας. Το ένιωθα κυριολεκτικά – και οι γείτονες ήταν μάρτυρες.
– Είμαι μόνος τώρα – μου είπε. – Τα παιδιά είναι καλά. Έχουμε ήδη τρία εγγόνια και περιμένουμε το τέταρτο. Η Ολένκα… πέθανε.
– Θεέ μου… Δεν το ήξερα.
– Μην ανησυχείς. Είναι μια όμορφη ιστορία στο σύνολό της. Ζήσαμε ευτυχισμένοι. Όταν αρρώστησε, ο γιος μας ήταν στην τρίτη γυμνασίου και η κόρη μας στην πρώτη. Αργήσαμε λίγο – πρώτα σπίτι, μετά οικογένεια.
Η Ολένκα ήταν πάντα οργανωμένη. Ποτέ δεν παρέλειπε εξετάσεις. Κρατούσε ημερολόγιο από την όγδοη τάξη. Με το χέρι, σε χοντρά σπιράλ τετράδια. Αγόρασε πάνω από εκατό και έγραφε σχεδόν κάθε εβδομάδα.

Κι ύστερα, ξαφνικά – στάδιο τρία. Μαγνητική – μεταστάσεις, δηλαδή στάδιο τέσσερα. Ανεγχείρητο. Αντίο. Τρέχαμε παντού – ογκολογικά, Γερμανία, Ισραήλ. Εκεί, ένας Ρώσος γιατρός μάς είπε: «Δεν μπορώ να τη γιατρέψω. Είναι αργά. Αλλά ίσως μπορώ να της παρατείνω τη ζωή. Θέλετε;» Ήταν σαν ξενοδοχείο με την ώρα: «Θέλετε παράταση;» – «Θέλουμε» – «Για πόσο;» – «Για όσο αντέξει.»
Μας πρότεινε ένα νέο πρωτόκολλο χημειοθεραπείας, κάτι καινούργιο, πολύ ισχυρό. Κάθε τρεις εβδομάδες, σταγόνα δηλητήριο. Πανάκριβο. Τελικά το βρήκαμε και στην πατρίδα, δωρεάν, μέσω ΕΟΠΥΥ, αρκεί να βρεις τον κατάλληλο γιατρό. Αλλά δεν ήταν βιταμίνες. Την πρώτη μέρα ήταν ανεκτό. Τη δεύτερη, χειρότερα. Από την τρίτη ως την έβδομη, ήθελες να πεθάνεις. Έμετοι, πόνοι παντού, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, φλεγμονές, αιμορραγίες. Ούτε να καθίσει, ούτε να ξαπλώσει, ούτε να φάει. Μετά δύο εβδομάδες ησυχία – και πάλι από την αρχή.
Και με αυτό το μαρτύριο, δεν έζησε ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε τέσσερα, αλλά σχεδόν έντεκα χρόνια. Γράφτηκαν τρεις διατριβές για εκείνη, γιατροί έρχονταν από άλλες πόλεις να τη δουν – μοναδική περίπτωση. Ο Γιούρα αποφοίτησε, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά. Η Γιούλκα επίσης αποφοίτησε και παντρεύτηκε μπροστά στη μητέρα της. Εμείς ταξιδέψαμε μισό κόσμο. Παλιά φυλάγαμε λεφτά για επισκευές και για τα παιδιά. Μετά είπα: «Δεν πειράζει, θα βγάλω κι άλλα.» Θες να πας στο Παρίσι; Πάμε! Μόνο να προλάβουμε την πτήση πριν την επόμενη χημειοθεραπεία. Το Κιλιμάντζαρο δεν το ανεβήκαμε, αλλά στο σαφάρι στην Κένυα πήγαμε. Οι καμηλοπαρδάλεις κοιτούσαν μέσα απ’ το παράθυρο.
– Βλαντίμηρε, – τον ρώτησα – πώς εξηγείς ότι άντεξε τόσο, ενώ άλλοι όχι; Κι άλλοι έχουν παιδιά, όλοι θέλουν να ζήσουν.
– Τύχη. Και καλή φυσική κατάσταση. Αλλά το κυριότερο ήταν το ημερολόγιο. Ήταν συνεπής. Τίποτα δεν άφηνε στη μέση. Όταν παρακαλούσε να σταματήσει, ότι δεν άντεχε άλλο, της έλεγα: «Ολοκλήρωσε αυτό το τετράδιο και μετά σε αφήνω να φύγεις.» Κι όμως, δεν τελείωνε ποτέ. Πάντα έμενε ένα τέταρτο κενό.

– Πώς γίνεται;
– Θυμάσαι την ιστορία «Το Τελευταίο Φύλλο»; Το κορίτσι θα πέθαινε όταν έπεφτε το τελευταίο φύλλο από το κισσό. Αλλά δεν έπεσε, γιατί ο ζωγράφος το είχε ζωγραφίσει.
– Την είχαμε διδαχτεί στα αγγλικά.
– Κι εμείς. Ε, είπα κι εγώ: γιατί να μην είμαι εγώ ο ζωγράφος; Άρχισα να προσθέτω κενές σελίδες στο τέλος, κι από τη μέση να αφαιρώ γραμμένες, για να μη χοντραίνει. Έμενε πάντα τρία τέταρτα γραμμένο, ένα τέταρτο κενό. Το κατάλαβε κάπως, αλλά δεν το έψαξε. Το πήρε ως μικρό θαύμα. Κι έτσι έγραφε το τελευταίο τέταρτο… έντεκα χρόνια.
– Βλαντίμιρε… γράφω καμιά φορά. Με ενδιαφέρει πώς αισθάνεται κάποιος όταν ο θάνατος είναι τόσο κοντά. Τι έγραφε στο ημερολόγιο;
– Τίποτα για τον θάνατο. Αν το διάβαζες, δεν θα ήξερες καν ότι ήταν άρρωστη. Έγραφε για το Παρίσι, για τις καμηλοπαρδάλεις. Ότι η Γιούλκα πήρε άριστα. Ότι ο Γιούρα μάλλον χώρισε. Κι ένα συνταγή για σούπα με μπρόκολο.
– Να τη δημοσιεύσω την ιστορία;
– Δώστην.
– Μα οι αναγνώστες δεν αντέχουν το αρνητικό τέλος. Θέλουν πάντα ένα χαρούμενο τέλος. Να την παρουσιάσω σαν να ζούσε ακόμα; Ότι έγινε 57, και απλώς να μη γράψω ότι δεν πρόλαβε τα 58;
– Και τι σημασία έχει; Τι, αν δεν γράψεις ότι πέθανε, θα νομίζουν ότι είναι αθάνατη; Οι αναγνώστες καταλαβαίνουν. Είναι έτσι κι αλλιώς μια ιστορία με καλό τέλος.
– Εσύ δεν καταλαβαίνεις πώς λειτουργεί η λογοτεχνία στο διαδίκτυο. Αλλά εντάξει. Θα τη γράψω όπως είναι.
Να τη λοιπόν. Αφιερώνεται στη στοργική μνήμη της Όλγας Γερεμιώβα.
