Πεινασμένη, με ένα μωρό στην αγκαλιά της, αποφάσισε να ζητήσει χρήματα από έναν άγνωστο. Από αυτά που της έδωσε, τα μαλλιά της γυναίκας έγιναν μπερδεμένα… Έχει ήδη σκοτεινιάσει έξω. Οι περαστικοί βιάζονταν για τις δουλειές τους, κανείς δεν νοιάστηκε για αυτήν

Μια πεινασμένη γυναίκα, κρατώντας το μωρό της στην αγκαλιά, αποφασίζει να ζητήσει χρήματα από έναν άγνωστο. Αυτό που της δίνει, μοιάζει να σηματοδοτεί την αρχή της πτώσης της – τα μαλλιά της γίνονται μπερδεμένα και βρώμικα, όπως και η ζωή της. Έξω έχει ήδη σκοτεινιάσει. Οι περαστικοί βιάζονται για τις δουλειές τους, κανείς δεν ενδιαφέρεται για εκείνη.
Η Αλίκη κάθεται σε ένα παγκάκι μπροστά από μια πολυκατοικία, εξαντλημένη και χαμένη στις σκέψεις της, ψιθυρίζοντας συνεχώς: «Η μαμά θα σκεφτεί κάτι». Ήταν σαν ξόρκι, για να κρατηθεί όρθια. Η μικρή της κόρη έχει ηρεμήσει, σαν να καταλαβαίνει πως δεν είναι η ώρα για ιδιοτροπίες. Η Αλίκη τη φιλά στο μέτωπο και σηκώνεται — δεν μπορεί να μείνει εκεί άλλο.
Περπατά χωρίς προορισμό, με μια σκέψη στο μυαλό: να βρει καταφύγιο για τη νύχτα. Στο βάθος φαίνεται μια σκοτεινή αψίδα. Περνώντας από κάτω, παρατηρεί μια ανοιχτή πόρτα υπογείου. Μέσα έχει υγρασία και μυρίζει μούχλα. Το πάτωμα είναι γεμάτο παλιά χαρτιά, άδειες φιάλες και κουρέλια. Στη γωνία, όμως, υπάρχει ένας παλιός καναπές. Λερωμένος και πατημένος, αλλά καλύτερος από την άσφαλτο.
Η Αλίκη τοποθετεί προσεκτικά το παιδί στον καναπέ, βάζοντας από κάτω μια καθαρή πάνα που είχε κρατήσει από το μαιευτήριο. Κάθεται δίπλα της και την αγκαλιάζει. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά από τον φόβο, αλλά η εξάντληση την καταβάλλει. Κλείνει τα μάτια της και αποκοιμιέται.

Ξυπνά από μια δυνατή φωνή: «Ε, τι κάνεις εδώ;» Μπροστά της στέκεται ένας άνδρας περίπου 40 χρονών, με βρώμικη μπλούζα και κόκκινο πρόσωπο — προφανώς από τους μόνιμους κατοίκους του υπογείου. Της φωνάζει να φύγει, απειλώντας πως θα φωνάξει την αστυνομία. Η Αλίκη καταλαβαίνει ότι είναι επικίνδυνο να μείνει. Παίρνει το παιδί και βγαίνει στον δρόμο.
Η νύχτα είναι ψυχρή. Η Αλίκη περπατά χωρίς κατεύθυνση, σκεπτόμενη μήπως πάει σε ένα κοινωνικό κέντρο, αλλά φοβάται μήπως της πάρουν το παιδί. Δεν μπορεί να το ρισκάρει. Περπατώντας ανάμεσα στις πολυκατοικίες, βλέπει ένα παράθυρο φωτισμένο. Στο περβάζι έχει λουλούδια και πίσω από το τζάμι φαίνεται η σιλουέτα ενός ηλικιωμένου άνδρα.
«Ίσως εδώ να μπορούν να βοηθήσουν;» σκέφτεται. Με θάρρος, χτυπάει την πόρτα. Ένας ηλικιωμένος με καλοσυνάτο βλέμμα της ανοίγει. Την κοιτάζει, έπειτα το παιδί. Στο «δεν έχω πού να πάω» της Αλίκης, ο άνδρας δεν την απορρίπτει. Εκείνη ξεσπά σε κλάματα και του διηγείται όλη την ιστορία της.

Ο άνδρας ακούει προσεκτικά και στο τέλος της δίνει ένα μικρό πακέτο: ένα παλιό ζεστό πουλόβερ, μερικά μήλα και ένα δέμα με χρήματα. Λέει: «Κάποτε βοήθησαν κι εμένα. Τώρα είναι η σειρά μου να βοηθήσω».
Αργότερα, δίπλα σε μια μικρή σόμπα, η Αλίκη κοιτάζει τον εαυτό της σε έναν θαμπό καθρέφτη – τα μαλλιά της είναι βρώμικα και μπερδεμένα, όπως η ζωή της. Όμως για πρώτη φορά, δεν αισθάνεται απόγνωση, αλλά ελπίδα. Στην καρδιά της γεννιέται αποφασιστικότητα: για το παιδί της και για την ίδια, θα τα καταφέρει. Δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή.
