— Πότε θα μοιράσουμε την κληρονομιά; — ρώτησε η μικρότερη αδελφή τη Λίδα, και την ίδια ερώτηση έκανε και η μητέρα.
— Άδικο! Κι εγώ κόρη είμαι, και έχω τα ίδια δικαιώματα με σένα! — φώναξε η Άνια, κουνώντας τα χέρια και χτυπώντας τα πόδια της.

— Έπρεπε να το σκεφτείς νωρίτερα, αγαπημένη μου αδελφούλα, — απάντησε ήρεμα η Λίδα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τα έγγραφα. — Πήγαινε ρώτησε τη μαμά. Αυτή θα σου εξηγήσει γιατί βγήκε έτσι «σοβαρό» το πράγμα. Αν και… ξέρεις τι; Μη μπεις στον κόπο. Και οι δύο ξέρουμε πολύ καλά ότι η δικαιοσύνη είναι μια σχετική έννοια.
— Με κοροϊδεύεις δηλαδή;! — τσίριξε η Άνια. — Νομίζεις πως, αφού ο μπαμπάς σου άφησε τα πάντα, μπορείς να με χλευάζεις;
— Να σε χλευάζω; — η Λίδα σήκωσε επιτέλους το κεφάλι και κοίταξε την αδελφή της με ένα ελαφρύ χαμόγελο. — Αγαπημένη μου, απλώς διαπιστώνω τα γεγονότα. Όταν ο πατέρας πέθαινε, είπες ότι «δεν ήταν τίποτα για σένα». Όταν όμως έμαθες για την κληρονομιά — ξαφνικά θυμήθηκες τους οικογενειακούς δεσμούς. Εκπληκτική μεταμόρφωση, δεν νομίζεις;
Ήταν ειρωνεία. Η μητέρα τους όχι μόνο δεν σκόπευε να εξηγήσει τίποτα, αλλά χτυπούσε κι εκείνη τα πόδια της και διαμαρτυρόταν για την εξόφθαλμη αδικία, την απληστία και την πονηριά της Λίδας. «Τι να περιμένω;
Πάντα ήταν με το μέρος της Άνιας, — σκεφτόταν η Λίδα. — Μόνο που τώρα αυτό δεν με αγγίζει. Δεν είμαι πια το μικρό κοριτσάκι που μπορούσαν να διατάζουν. Έγινα ενήλικη. Και ανεξάρτητη — χάρη στον πατέρα…»
— Ξέχασες πώς μεγαλώναμε μαζί, πώς παίζαμε! — προσπάθησε η Άνια να αγγίξει τα συναισθήματα.
— Παίζαμε; — η Λίδα στηρίχθηκε στην πλάτη της καρέκλας. — Εννοείς τα παιχνίδια όπου άκουγες κρυφά τις κουβέντες μου και τις κάρφωνες στη μαμά; Ή όταν χαλούσες τα πράγματά μου; Αθώες παιδικές σκανταλιές, βεβαίως.
Στη συζήτηση μπήκε η γειτόνισσα, η θεία Βάλια, που είχε έρθει για λίγο αλάτι:
— Κορίτσια, τι φωνές είναι αυτές; Ακούγονται σε όλη την πολυκατοικία!
— Α, θεία Βάλια! — χάρηκε η Άνια. — Ήρθατε στην κατάλληλη στιγμή. Πείτε, είναι δίκαιο μια κόρη να παίρνει όλη την κληρονομιά και η άλλη τίποτα;
— Ε, λοιπόν… — δίστασε η γειτόνισσα, — μάλλον ο πατέρας ήξερε καλύτερα σε ποια να αφήσει τι…
— Ακριβώς, — έγνεψε η Λίδα. — Ο μπαμπάς ήταν σοφός άνθρωπος. Θυμόταν ποια τον επισκεπτόταν στο νοσοκομείο και ποια είπε: «Στην κηδεία δεν θα πάω, δεν είναι τίποτα για μένα».
Πολλά χρόνια πριν.
— Λίδα! Τι, άκουγες κρυφά;! Αχ, μικρή πανούργα! Έλα εδώ αμέσως! — φώναζε η μητέρα, η Λουντμίλα Πετρόβνα, κρατώντας το ακουστικό. — Και μόνο να τολμήσεις να το πεις στον πατέρα — θα σου πάρω το κεφάλι!
Η μικρή Λίδα, που κρυβόταν ήσυχα στον διάδρομο δίπλα στην μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας, έτρεξε τρομαγμένη στο παιδικό δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα. Η μικρή της αδελφή Άνια, που καθόταν στο τραπέζι, την κοίταξε ξαφνιασμένη.
Η καρδιά της Λίδας χτυπούσε δυνατά από τον φόβο και τα γόνατά της έτρεμαν. Έμεινε μια στιγμή όρθια, κατάλαβε ότι η μητέρα δεν θα την κυνηγήσει, και έπειτα τόλμησε να ρίξει μια ματιά στον διάδρομο. Αμέσως όμως άκουσε την ευχάριστη φωνούλα της μητέρας στο τηλέφωνο. Η συζήτηση συνεχιζόταν.
— Τι έγινε; — ρώτησε ψιθυριστά η Άνια.
— Τίποτα το ιδιαίτερο, — μουρμούρισε η Λίδα. — Η μαμά απλώς… έχει μια σημαντική συζήτηση.
Στην αδελφή της η Λίδα δεν είπε λεπτομέρειες, θεωρώντας την πολύ μικρή για τέτοια πράγματα. «Μόνο επτά χρονών είναι το χαζό, — σκεφτόταν το κορίτσι. — Τι να καταλάβει;» Εκείνη όμως καταλάβαινε.
Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη από την αδελφή της και διαισθανόταν ότι η μητέρα μιλούσε με άντρα. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Μιλούσε μαζί του σαν να ήταν πολύ κοντά. Πολύ. Από κάποιες φράσεις που άκουσε, το κοριτσάκι κοκκίνισε…
Τότε εμφανίστηκε στην πόρτα η Λουντμίλα Πετρόβνα, μάλλον είχε καταλάβει ότι την παρακολουθούσαν:
— Λίδα, έλα εδώ! Αμέσως!
— Μαμά, δεν άκουσα τίποτα, — βιάστηκε να πει η μικρή.
— Έτσι μπράβο! Και να το θυμάσαι μια για πάντα: ό,τι γίνεται σε αυτό το σπίτι — μένει σε αυτό το σπίτι. Κατάλαβες;
— Κατάλαβα, — έγνεψε η Λίδα, αλλά μέσα της σκέφτηκε: «Μα γιατί να μην το ξέρει ο μπαμπάς;»
Πρώτη φορά είχε ακούσει τέτοιο διάλογο όταν γύρισε μια μέρα νωρίτερα από τη βόλτα, και η μητέρα δεν πρόσεξε ότι άνοιξε η πόρτα. Η Άνια εκείνη την ώρα ήταν στο μάθημα ζωγραφικής. Η Λίδα δεν κατάλαβε αμέσως ότι η μητέρα μιλούσε όχι με τον πατέρα, αλλά με κάποιον ξένο άντρα.

Η Λίδα ήταν σοβαρό παιδί και οι γονείς της εμπιστεύονταν τα κλειδιά. Μόνη της άνοιγε και έκλεινε την πόρτα, πήγαινε στο μπακάλικο και έφερνε από το σχολείο την αδελφή της, που ήταν στην πρώτη δημοτικού. Η Λίδα ζέσταινε το φαγητό, και έτρωγαν μαζί. Μετά έκαναν τα μαθήματα και βοηθούσαν στο σπίτι.
Η Λουντμίλα Πετρόβνα γύριζε νωρίς από τη δουλειά. Δούλευε σε βαριά βιομηχανία και είχε μειωμένο ωράριο. Ο πατέρας, ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς, τελείωνε αργά, και η μητέρα συχνά παραπονιόταν πως «δεν μπορεί να πάει πουθενά μαζί του, δεν έχει να πει τίποτα, και τα λεφτά του δεν φτάνουν πουθενά».
— Τι να τον κάνω; — έλεγε εκνευρισμένα, όταν ο πατέρας δεν είχε ακόμα επιστρέψει στο σπίτι. — Θα συρθεί κουρασμένος, θα φάει, θα δει τηλεόραση και θα κοιμηθεί.
Και αύριο πάλι στη χαζή του δουλειά. Και δεν θέλει καν να φύγει από εκεί — του αρέσει, φτου! Εγώ όμως θέλω να ξεκουράζομαι πολιτισμένα. Να πηγαίνω σινεμά, θέατρα, εκθέσεις. Κι αυτός ούτε τα Σαββατοκύριακα δεν θέλει να πάει πουθενά. Βλέπετε, πρέπει να ξεκουραστεί! Αφού δεν θέλει — θα διασκεδάζω μόνη μου!
Να σημειωθεί, η Λουντμίλα Πετρόβνα δεν έβγαζε περισσότερα από τον άντρα της. Αλλά εκείνη έκανε κουμάντο στο σπίτι. Συχνά τον μάλωνε και τον ταπείνωνε, χωρίς καν να ντρέπεται μπροστά στα παιδιά.
— Μαμά, κι εμείς; Κι εμείς θέλουμε σινεμά, — ρωτούσαν τα κορίτσια.
— Να διαβάζετε, να κάνετε τα μαθήματά σας και μετά για ύπνο. Τι να πάτε εσείς σε βραδινή προβολή; Αυτά είναι για μεγάλους, — αποπαίρνε η μητέρα. — Τα παιδιά πρέπει να έχουν τις δικές τους ασχολίες, όχι διασκεδάσεις.
Και όλο και πιο συχνά η Λουντμίλα Πετρόβνα κανονίζε διασκέδαση χωρίς τον άντρα. Ύστερα η Λίδα άρχισε να ακούει εκείνες τις «γλυκές» τηλεφωνικές συζητήσεις. Η μαμά κελαηδούσε, γελούσε με την ψυχή της, ήταν τελείως άλλη σε σχέση με το πώς μιλούσε με τον πατέρα. Και μετά άρχισε να εξαφανίζεται ολόκληρα βράδια, σχεδόν κάθε μέρα. Ο πατέρας γύριζε από τη δουλειά, έτρωγε σιωπηλός και πήγαινε να δει τηλεόραση. Στην αρχή ακόμα ρωτούσε πού ήταν η μαμά, αλλά μετά σταμάτησε.
— Μπαμπά, πού είναι η μαμά; — ρώτησε κάποια φορά η Λίδα.
— Έχει… σημαντικές δουλειές, — απάντησε κουρασμένα ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς. — Θα φάτε;
Μερικές φορές η Λουντμίλα Πετρόβνα του έκανε σκάνδαλα, με το νόημα ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να δίνει λογαριασμό. Ότι το διαμέρισμα ήταν δικό της, εκείνος ήρθε «σαν φιλοξενούμενος» και ότι έβγαζε λίγα λεφτά, οπότε να σωπάσει «στην κουρελού».
— Τι νομίζεις, ότι πρέπει να σου λέω πού βρίσκομαι;! — ούρλιαζε. — Το διαμέρισμα είναι δικό μου, εγώ βγάζω λεφτά, κι εσύ εδώ είσαι νοικάρης! Οπότε σκάσε!
— Λουντμίλα, τα παιδιά ακούνε, — έλεγε ήσυχα ο πατέρας.
— Ας ακούνε! Ας μάθουν ποιος είναι το αφεντικό σε αυτό το σπίτι!
Η μικρή Άνια γέλασε όταν άκουσε για την «κουρελού», αλλά η Λίδα την κοίταξε θυμωμένα, μην βρίσκοντας τίποτα αστείο. Της ήταν κρίμα τον πατέρα, που δεν μπορούσε να αντιμιλήσει στη μητέρα. Κι επιπλέον, ως έφηβη πια, καταλάβαινε σε τι μπορούσαν να καταλήξουν αυτοί οι καβγάδες.
«Διαζύγιο… Σίγουρα θα χωρίσουν ο μπαμπάς και η μαμά», — σκεφτόταν η Λίδα και έκλαιγε. Της ήταν κρίμα τον πατέρα, τον εαυτό της, την αδελφή της, και ένιωθε μεγάλη θλίψη.
Το κορίτσι δεν έκανε λάθος. Μια μέρα η Λουντμίλα Πετρόβνα έστησε στον άντρα της έναν ακόμα τεράστιο καβγά, πιάνοντάς τον από το ότι αγόρασε στο μπακάλικο κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι του είχε ζητήσει.
— Στο ’γραψα στο χαρτί, τα εξήγησα όλα σαν να ’σουν χαζός, κι εσύ πάλι έκανες βλακεία! — τσίριζε. — Πώς να ζήσω μαζί σου; Τέλος! Καταθέτω διαζύγιο. Είσαι τελείως άχρηστος άνθρωπος. Δεν θέλω να ζω μαζί σου κάτω από την ίδια στέγη!
— Μαμά, μην το κάνεις, — παρακάλεσε η Λίδα.
— Σκάσε! Δεν είναι δική σου δουλειά! — γάβγισε η Λουντμίλα Πετρόβνα. — Ο πατερούλης σου ξεσάλωσε τελείως. Νομίζει πως επειδή παντρεύτηκε, μπορεί να μην κάνει τίποτα. Λάθος έκανε!
Θυμούμενη αυτήν τη συζήτηση πολλά χρόνια αργότερα, η Λίδα καταλάβαινε πως η μητέρα απλώς έψαχνε αφορμή να διώξει τον πατέρα. Πιθανότατα ονειρευόταν να φτιάξει ζωή με εκείνον τον άντρα με τον οποίο κελαηδούσε στο τηλέφωνο. Όμως δεν τα κατάφερε. Μάλλον εκείνον τον βόλευε η σχέση μαζί της όσο ήταν παντρεμένη, και δεν σκόπευε να παντρευτεί γυναίκα με δύο παιδιά.
Ο πατέρας έφυγε σε νοικιασμένο διαμέρισμα, αργότερα γνώρισε μια μοναχική γυναίκα και μετακόμισε σε εκείνη. Τα διατροφοδοτικά για τις κόρες τα πλήρωνε κανονικά, αλλά να επικοινωνήσει κανονικά μαζί τους δεν μπορούσε.
Αφού έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να φτιάξει προσωπική ζωή και μάλλον συνειδητοποίησε ότι με τον Βαλέρι ήταν πιο βολικά, η Λουντμίλα Πετρόβνα «άλλαξε γνώμη» και προσπάθησε να πάρει πίσω τον πρώην άντρα, αλλά μάταια.
Ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς αρνήθηκε κατηγορηματικά να μιλήσει με την πρώην σύζυγο για αυτό το θέμα. Δεν ήθελε να τη βλέπει και πολύ περισσότερο να επιστρέψει.
— Βάλια, σκέψου λογικά, — τον παρακαλούσε στο τηλέφωνο η Λουντμίλα Πετρόβνα. — Τα παιδιά σε νοσταλγούν. Κι εγώ… κατάλαβα τα λάθη μου.
— Πολύ αργά, Λιούντα, — απαντούσε ήρεμα εκείνος. — Έχω τώρα άλλη ζωή.
— Δηλαδή, κάποια γκόμενα είναι πιο σημαντική για σένα από τα ίδια σου τα παιδιά;!…

— Δεν θα επιτρέψω τέτοια λόγια. Η συζήτηση τελείωσε.
Τότε η Λουντμίλα Πετρόβνα θύμωσε και άρχισε να στρέφει τα παιδιά εναντίον του.
— Βλέπετε, κορίτσια, τι άνθρωπος είναι ο πατέρας σας; Μας παράτησε για την πρώτη τυχούσα! — έλεγε δηλητηριωδώς. — Κι εμείς εδώ δυστυχούμε, κι εκείνον δεν τον νοιάζει!
Στο μεταξύ η Λίδα έγινε δεκαπέντε και είχε γίνει αρκετά ανεξάρτητη. Τίποτα δεν μπορούσε να την εμποδίσει να βλέπει τον πατέρα της, σε αντίθεση με την Άνια, που εύκολα δέχτηκε τη θέση της μητέρας και κατηγορούσε τον πατέρα για όλα.
— Μπαμπά, γιατί λέει η μαμά ότι μας παράτησες; — ρώτησε η Λίδα σε μια συνάντησή τους.
— Γιατί έτσι τη βολεύει, κορίτσι μου, — απάντησε θλιμμένα ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς. — Δεν σας εγκατέλειψα. Απλώς δεν μπορώ πια να ζω με τη μαμά σας.
— Κι εγώ μπορώ να έρχομαι σε σένα;
— Φυσικά. Πάντα.
Όταν όμως γύριζε στο σπίτι, η μητέρα τη ρωτούσε:
— Ε, λοιπόν; Με τι σε τάισε ο «αγαπημένος» σου μπαμπάς; Με καμιά σούπα νερουλή ή με καμιά καμένη πατάτα; Αφού ποτέ του δεν ήξερε να μαγειρεύει! Ή μήπως τώρα κάποια άλλη του μαγειρεύει; — ειρωνευόταν συχνά τη Λίδα. — Προδότρα είσαι, Λίδα. Μήπως θες να πας να ζήσεις με τον πατέρα σου; Τι; Δεν σε καλεί; Ε, βλέπεις; Δεν σε χρειάζεται εκεί. Η μάνα σε ταΐζει, σε ποτίζει, σε ντύνει, κι εσύ όλο τρέχεις σε εκείνον, αχάριστη…
— Μαμά, απλώς επισκέπτομαι τον μπαμπά. Είναι φυσιολογικό, — απαντούσε ήσυχα η Λίδα.
— Φυσιολογικό; Σου λέω, μας παράτησε! Κι εσύ τώρα τρέχεις εκεί σαν σκυλάκι πιστό! — αγανακτούσε η Λουντμίλα Πετρόβνα. — Και τι σου δίνει; Κάτι ψίχουλα και άδεια λόγια!
Η Λίδα σιωπούσε, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε νόημα να αντιμιλήσει. Η μητέρα είχε ήδη στρέψει εναντίον της και τη μικρότερη αδελφή, την Άνια.
— Η Λίδα πάλι πήγε στον μπαμπά, — ανέφερε η Άνια στη μητέρα μετά από κάθε απουσία της Λίδας. — Χθες την είδα να μπαίνει στο λεωφορείο. Και σήμερα γύρισε χαρούμενη.
— Α, η παλιοφίδα! — έφτυνε η Λουντμίλα Πετρόβνα. — Εκεί την καλοπερνούν, κι εδώ στραβώνει τη μούρη για τα πάντα!
Η Λίδα άρχισε να κρύβει τις επισκέψεις της στον πατέρα, αλλά η μικρή αδελφή συχνά άκουγε κρυφά ή παρακολουθούσε και μετά τα έλεγε όλα στη μητέρα. Οι δυο τους θύμωναν και κουτσομπόλευαν τη Λίδα. Σιγά σιγά, η μεγαλύτερη κόρη έγινε ξένο σώμα στην οικογένεια. Την αντιμετώπιζαν όπως κάποτε τον πατέρα.
— Λίντα, γιατί έγινες τόσο μυστικοπαθής; — ρώτησε μια φορά η Άνια, όταν έμειναν μόνες. — Είμαστε αδελφές.
— Οι αδελφές δεν καρφώνουν η μία την άλλη, — απάντησε ήρεμα η Λίδα.
— Εγώ απλώς λέω στη μαμά ό,τι βλέπω.
— Ακριβώς. Και βλέπεις μόνο ό,τι θες να δεις, — την κοίταξε η Λίδα με θλίψη. — Κρίμα…
Με τον πατέρα, όμως, η Λίδα πραγματικά δεν μπορούσε να μείνει, αν και το σκεφτόταν. Η νέα του σύζυγος (εκείνος παντρεύτηκε επίσημα) ήταν κατηγορηματικά αντίθετη.
— Βαλέρα, δεν έχω πρόβλημα να βλέπεις την κόρη σου, αλλά να μείνει μαζί μας δεν γίνεται, — δήλωσε κατηγορηματικά η καινούρια γυναίκα. — Τα νεύρα μου δεν αντέχουν τέτοια οικογενειακά δράματα.
— Ζίνα, είναι ακόμα παιδί, — προσπαθούσε να την κατευνάσει ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς.
— Παιδί με τον χαρακτήρα της πρώην σου! Όχι, ευχαριστώ. Να συναντιέστε όπου θέλετε, αλλά όχι στο σπίτι.
Εξάλλου, το μικρό διαμέρισμα του ενός δωματίου ήταν πράγματι στενόχωρο.
Ο πατέρας χάριζε στη Λίδα δώρα, που μερικές φορές ήταν δύσκολο να κρύψει από τη μητέρα και την αδελφή. Αν το μικρό ασημένιο δαχτυλιδάκι με αμέθυστο κατάφερνε για καιρό να το φυλάει, το όμορφο μπουφάν που της χάρισε για τα γενέθλιά της δύσκολα μπορούσε να κρυφτεί — ούτε και ήθελε, αφού ήταν τόσο ωραίο.
— Ωωω, για δες τη, τι κοκέτα! — σχολίασε δηκτικά η Λουντμίλα Πετρόβνα όταν την είδε με το καινούριο μπουφάν. — Σίγουρα ο μπαμπάκας έκανε το δωράκι, ε; Και σε τι ξοδεύει τα λεφτά, ε; Για τα διατροφικά παραπονιέται, αλλά για την αγαπημένη του κορούλα βρίσκει λεφτά για καινούρια!
— Ωραίο μπουφάν, — παραδέχτηκε η Άνια, αλλά πρόσθεσε αμέσως με ζήλια: — Κι εγώ δηλαδή τίποτα; Δεν είμαι κι εγώ κόρη του;
— Αν θέλεις, μπορείς κι εσύ να τον συναντάς, — πρότεινε η Λίδα.

— Άσε μας! Η μαμά μου το απαγόρευσε, — απάντησε η Άνια.
Η Λίδα απορούσε πώς ο πατέρας βρήκε ακριβώς το μέγεθος, αλλά το μπουφάν της ταίριαζε τέλεια και της πήγαινε πολύ. Η μητέρα και η αδελφή έτριζαν τα δόντια βλέποντάς το και πετούσαν ειρωνικά σχόλια για τον Βαλέρι Ιβάνοβιτς. Ώσπου μια μέρα, φορώντας το, η Λίδα ανακάλυψε ότι οι εσωτερικές τσέπες ήταν σκισμένες. Μια μικρή, αλλά πολύ ύπουλη πράξη. Ποιος το έκανε — η μητέρα ή η αδελφή — δεν το διερεύνησε. Απλώς έραψε ήσυχα την φόδρα, ελπίζοντας να μην ξανασυμβεί.
— Γιατί δεν φοράς το μπουφάν; — τη ρώτησε κάποια στιγμή ο πατέρας.
— Το φοράω, μπαμπά. Απλώς σήμερα έχει ζέστη, — είπε ψέματα, για να μην τον στενοχωρήσει με την ιστορία.
Περνούσαν τα χρόνια. Τα κορίτσια μεγάλωσαν. Η Λίδα πήρε πτυχίο, βρήκε δουλειά και παντρεύτηκε. Μετακόμισε με τον σύζυγο, κι αργότερα γεννήθηκε η κόρη της, η Μάσα.
— Επιτέλους ξεφορτωθήκαμε αυτό το φίδι που κρυβόταν κάτω από την πέτρα! — είπε με κακία η Λουντμίλα Πετρόβνα στην Άνια μετά την αναχώρηση της μεγαλύτερης κόρης. — Ας σπάει τώρα τα νεύρα του άντρα της με τα καμώματά της!
— Κι αν όμως είναι ευτυχισμένη; — ρώτησε αβέβαια η Άνια.
— Τι λες τώρα! Με τον χαρακτήρα της; Θα τραβήξει βάσανα, θα το δεις.
Αργότερα παντρεύτηκε και η Άνια, εγκαταλείποντας κι εκείνη το πατρικό. Μα η οικογενειακή της ζωή γρήγορα διαλύθηκε. Η Άνια γύρισε στη μητέρα με δυο μικρά αγοράκια, σχεδόν συνομήλικα.
— Να το! Δεν σου τα ’λεγα εγώ; — την υποδέχτηκε η Λουντμίλα Πετρόβνα. — Οι σημερινοί άντρες όλοι καθάρματα είναι! Κι εσύ δεν με άκουγες, βιαζόσουν να παντρευτείς!
— Μαμά, κι εγώ τώρα πού να ζήσω; — ρώτησε με παράπονο η Άνια, κουνώντας στην αγκαλιά της τον κλαμένο γιο της.
— Ε, και πού αλλού; Θα μείνεις εδώ. Μόνο να μην μου σπάνε τα νεύρα αυτοί οι αετοί με τις φωνές τους! — η Λουντμίλα Πετρόβνα δεν ενθουσιάστηκε και συχνά ξεσπούσε.
Η ίδια δεν έφτιαξε ποτέ προσωπική ζωή, μετατράπηκε σε μια μόνιμα γκρινιάρα και δυσαρεστημένη γυναίκα. Αν και αγαπούσε την Άνια, δεν βιαζόταν να ζει μαζί της κάτω από την ίδια στέγη και συνεχώς την κατηγορούσε με την παραμικρή αφορμή.
— Πάλι όλη νύχτα αυτά τα μούλικα ούρλιαζαν! — αγανακτούσε τα πρωινά. — Πάω στη δουλειά άυπνη!
— Μαμά, είναι μικρά παιδιά, τι να κάνω; — απολογιόταν η Άνια.
— Έπρεπε να το σκεφτείς νωρίτερα! Δεν γεννάνε στο χωριό της γιαγιάς έτσι απλά!
Τα παιδιά της Άνιας έκαναν φασαρία και σκανταλιές, μα κανείς δεν ασχολούνταν σοβαρά μαζί τους: η Λουντμίλα Πετρόβνα δούλευε, κι η Άνια προσπαθούσε να δουλέψει από το σπίτι φροντίζοντας ταυτόχρονα τα μωρά. Με δυο λόγια, το κλίμα στο σπίτι ήταν βαρύ.
Η Λίδα μιλούσε σποραδικά με την αδελφή και τη μητέρα, γνωρίζοντας τι γινόταν εκεί.
— Τι κάνεις, Άνια; Πώς είναι τα μικρά; — ρωτούσε στις σπάνιες τηλεφωνικές τους συνομιλίες.
— Ε, πώς να είναι… Δύσκολα. Η μάνα συνέχεια δυσαρεστημένη, τα παιδιά αρρωσταίνουν, τα λεφτά δεν φτάνουν, — παραπονιόταν η Άνια.
— Και μήπως να προσπαθήσεις να φτιάξεις τις σχέσεις με τον μπαμπά; Είναι πια παππούς.
— Τι λες! Η μάνα θα με σκοτώσει και θα με πετάξει έξω! Μην το ξαναπείς, — τρόμαξε η Άνια.
Τα νέα τα μετέφερε η Λίδα και στον πατέρα: είχαν κρατήσει σχέσεις. Τη δεύτερη σύζυγο του Βαλέρι Ιβάνοβιτς την πήρε σοβαρή αρρώστια, κι εκείνος, χήρος πια, έμενε εντελώς μόνος, πλήρης ιδιοκτήτης του δικού του πλέον δωματίου διαμερίσματος με δύο δωμάτια.
— Μπαμπά, δεν νιώθεις μοναξιά; — τον ρωτούσε η Λίδα στις επισκέψεις.
— Συνήθισα πια. Τουλάχιστον είναι ήσυχα τώρα, — απαντούσε ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς. — Και η αδελφή σου; Σίγουρα μεγάλωσε πολύ;
— Παντρεύτηκε, μα χώρισε. Τώρα ζει με τη μαμά και μεγαλώνει δύο γιους.

— Εγγόνια… Κι εγώ ούτε μια φορά δεν τα έχω δει, — αναστέναζε λυπημένος ο πατέρας.
Η Λίδα συνέχιζε να τον επισκέπτεται, φέρνοντας τώρα και την κόρη της. Ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς λάτρευε τη μικρή εγγονή.
— Παππού, γιατί έχω μόνο έναν παππού; — ρωτούσε η μικρή Μάσα. — Στο νηπιαγωγείο η Κάτια έχει δύο.
— Έτσι γίνεται καμιά φορά, ηλιαχτίδα μου. Μα εγώ σε αγαπώ για δύο, — της απαντούσε, αγκαλιάζοντάς την.
— Και πού ζει η θεία Άνια; Γιατί δεν πάμε σε εκείνη;
— Μακριά μένει, — απαντούσε διπλωματικά η μητέρα της.
Με τον άντρα της, τον Ντένις, δεν πήγαιναν ποτέ μαζί, γιατί εκείνος δεν ήθελε να έχει επαφή με τους δικούς της, κρατώντας μόνο με τη δική του οικογένεια.
— Γιατί να γνωριστώ με τον πατέρα σου; — έλεγε εκνευρισμένος ο Ντένις. — Έχω δικούς μου συγγενείς αρκετούς. Και στο κάτω-κάτω, εκείνος δεν σας παράτησε τότε;
— Δεν μας παράτησε, χώρισε με τη μαμά, — προσπαθούσε να εξηγήσει η Λίδα.
— Ποια η διαφορά! Εμένα δεν μου χρειάζονται αυτά τα τσίρκα.
Και μια μέρα, από σύμπτωση, η επικοινωνία με τους συγγενείς του άντρα έγινε υπερβολικά στενή. Τόσο στενή, που η μητέρα και η αδελφή του Ντένις μετακόμισαν στο σπίτι τους. Έτυχε καταστροφή: πλημμύρα, και το σπίτι τους καταστράφηκε. Όσο διαρκούσαν οι επισκευές, η πεθερά και η κουνιάδα της Λίδας, που ζούσαν μαζί, έπρεπε να βρουν προσωρινή στέγη.
— Λίδα, το καταλαβαίνεις, είναι προσωρινό, — είπε ο Ντένις, ανακοινώνοντας τη μελλοντική συγκατοίκηση. — Πού αλλού να πάνε;
— Φυσικά καταλαβαίνω. Οι άνθρωποι είναι σε δύσκολη θέση, — συμφώνησε η Λίδα, χωρίς να φαντάζεται σε τι θα εξελισσόταν αυτή η συγκατοίκηση.
Με τους συγγενείς του άντρα η Λίδα δεν τα βρήκε ποτέ. Συνεχώς ξεσπούσαν καβγάδες.
— Λίδα, γιατί έχετε τέτοια ακαταστασία στο σπίτι; — φώναξε από την πόρτα η πεθερά, η Ταμάρα Νικολάεβνα. — Το παιδί μικρό κι οι κούκλες παντού σκορπισμένες!
— Η Μάσα έπαιζε, δεν πρόλαβα να μαζέψω, — απολογήθηκε η Λίδα.
— Όλη μέρα σπίτι κάθεσαι! — πετάχτηκε η κουνιάδα, η Σβέτα. — Εγώ, όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, το σπίτι έλαμπε!
— Και ποιος θα μαγειρέψει; — συνέχισε την επίθεση η Ταμάρα Νικολάεβνα. — Ο Ντένις θα ’ρθει πεινασμένος από τη δουλειά, κι εδώ κατσαρόλες άδειες!
— Μα κι εγώ δουλεύω, — τόλμησε να αντιμιλήσει η Λίδα.
— Η δουλειά δουλειά, μα η οικογένεια πάνω απ’ όλα! — έκοψε την κουβέντα η πεθερά. — Η γυναίκα πρέπει να φτιάχνει θαλπωρή στο σπίτι!
Η μητέρα του Ντένις έβρισκε συνεχώς παράπονα για τη νύφη, και η κουνιάδα τη στήριζε. Το χειρότερο ήταν ότι ο άντρας δεν υπερασπιζόταν τη Λίδα, αλλά αντίθετα, μαζί με τη μητέρα του, την κατηγορούσε.
— Η μαμά έχει δίκιο, Λίδα, — έλεγε ο Ντένις. — Πραγματικά έχεις γίνει ανοργάνωτη. Παλιά δεν ήσουν έτσι.
— Παλιά δεν μέναμε με ξένους στο σπίτι! — ξέσπασε μια φορά η Λίδα.
— Αυτές είναι η μάνα και η αδελφή μου! Τι ξένοι είναι αυτοί;! — αγανακτούσε ο Ντένις. — Οφείλεις να τους σέβεσαι!
— Τους σέβομαι, αλλά έχω δικαίωμα στη γνώμη μου, μέσα στο δικό μου σπίτι!

— Στο δικό μας σπίτι! Και εδώ μένουν οι δικοί μου συγγενείς, οπότε πρόσεχε τα λόγια σου! — αγρίεψε ο άντρας.
Η κατάσταση έγινε αβάσταχτη, κι η Λίδα με την κόρη της έφυγαν τρέχοντας στο σπίτι του Βαλέρι Ιβάνοβιτς.
— Μπαμπά, μπορούμε να μείνουμε λίγο μαζί σου; — ρώτησε, εμφανιζόμενη στο κατώφλι με μια βαλίτσα και την κλαμένη Μάσα.
— Μα φυσικά, κορούλα μου! Περάστε, — χάρηκε ο Βαλέρι Ιβάνοβιτς. — Τι έγινε;
— Θα σου τα πω μετά. Είμαι πολύ κουρασμένη.
Ο άντρας της Λίδας είχε δείξει πολλές φορές τον χειρότερο εαυτό του στη διάρκεια του γάμου. Όταν εκείνη βρισκόταν σε άδεια μητρότητας με τη νεογέννητη κόρη τους, τη Μάσα, η Λίδα υπέμενε συνεχείς παρατηρήσεις: ότι ξοδεύει πάρα πολλά, ότι δεν μαγειρεύει και δεν καθαρίζει καλά.
Το γεγονός ότι το μωρό απαιτούσε φροντίδα και προσοχή εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο δεν τον έπειθε. Ήταν πεπεισμένος πως στην άδεια μητρότητας οι γυναίκες ξεκουράζονται, λες και είναι σε διακοπές.
— Τι έχεις να κάνεις δηλαδή;! — αγανακτούσε ο Ντένις, περπατώντας πάνω κάτω στο δωμάτιο. — Το παιδί είναι μικρό: τρώει και κοιμάται. Μετά ξυπνάει και ξανατρώει. Η βόλτα έξω είναι διασκέδαση! Κάθεσαι στο παγκάκι με το καροτσάκι και χαζεύεις στο τηλέφωνο.
Κι εσύ τι κάνεις; Τρέχεις μαραθώνιο; Γιατί δεν προλαβαίνεις τίποτα; Και πού πάνε τα λεφτά;! Σε τι τα ξοδεύεις;!
— Στις πάνες, στις τροφές, στα φάρμακα για τη Μάσα, — απαντούσε ήσυχα η Λίδα, κουνώντας την ανήσυχη κόρη. — Βλέπεις πόσα χρειάζεται ένα μωρό…
— Άσε με! — πέταξε ο Ντένις με το χέρι. — Οι πάνες τι είναι, από χρυσάφι; Κι η τροφή τι, με τρούφες τη φτιάχνουν; Εσύ απλώς δεν ξέρεις να κάνεις οικονομία! Η μάνα μου μεγάλωσε δυο παιδιά και ποτέ δεν παραπονέθηκε!
— Η μητέρα σου ζούσε σε άλλη εποχή, — τόλμησε να αντιμιλήσει η Λίδα. — Και τη βοηθούσε η γιαγιά. Εγώ είμαι μόνη με το παιδί…

— Μόνη;! — εξερράγη ο Ντένις. — Εγώ τι είμαι, φάντασμα; Δουλεύω από το πρωί ως το βράδυ για να σας εξασφαλίσω! Κι εσύ κάθεσαι εδώ σαν κυρία και παραπονιέσαι κι από πάνω!
Η Λίδα πληγωνόταν, έκλαιγε, προσπαθούσε να εξηγήσει, μα δεν είχε πολλά να πει. Ζούσε στο σπίτι του άντρα της και, έχοντας μωρό στην αγκαλιά, βρισκόταν σε πλήρη εξάρτηση από τη διάθεση και το πορτοφόλι του.
— Ίσως να πάμε για λίγο στους γονείς μου; — πρότεινε μια φορά. — Ο μπαμπάς θα μπορούσε να βοηθήσει με το παιδικό δωμάτιο, ή ίσως και στη μαμά…
— Δε χρειάζομαι εγώ τους συγγενείς σου! — την έκοψε ο Ντένις. — Θα ζήσεις εδώ και θα χαίρεσαι. Όλοι δεν έχουν τέτοια τύχη.
Όσο η Λίδα δούλευε, πριν από την άδεια μητρότητας, σχεδόν δεν υπήρχαν παράπονα — είχε καλή δουλειά και συνέβαλε ισάξια στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Μα μόλις ο Ντένις έγινε ο μοναδικός κουβαλητής, ξεκίνησε πραγματικός τρόμος. Κάθε πακέτο μπισκότα γινόταν αφορμή για καβγά, κάθε παρατημένη κούκλα απόδειξη της τεμπελιάς της.
— Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου; — της είπε ένα βράδυ, κοιτώντας τα σκορπισμένα παιδικά πράγματα. — Είσαι κακομαθημένη. Συνήθισες να γίνονται όλα μόνα τους. Και τώρα η πραγματικότητα δείχνει ποια είσαι στ’ αλήθεια.
Η Λίδα όλο και πιο συχνά σκεφτόταν πως είχε κάνει λάθος επιλογή συντρόφου. Μετά την άδεια μητρότητας, βέβαια, τα πράγματα κάπως βελτιώθηκαν. Η Λίδα ξαναβγήκε στη δουλειά, η μικρή Μάσα πήγε στον παιδικό σταθμό, κι η οικογενειακή ζωή κάπως ισορρόπησε. Όμως η Λίδα θυμόταν όλες τις κατηγορίες του άντρα της, κι η πίκρα δεν περνούσε. Καβγάδιζαν συχνά και είχαν καιρό να κοιμηθούν μαζί.
