«Έκανες καλό – πήρες εκβιασμό: ή δώσε το αυτοκίνητο ή παντρέψου ξανά στο δικαστήριο, αυτή τη φορά για τη διανομή περιουσίας»

«Έκανες καλό – έλαβες εκβιασμό: ή δίνεις το αυτοκίνητο ή ξαναπαντρεύεσαι στο δικαστήριο, αυτή τη φορά στο τμήμα διανομής περιουσίας.»

«Ή μας δίνεις το αμάξι ή το διαζύγιο – είπε η άπληστη “βάτραχος”, χωρίς να περιμένει ότι θα τη στείλουν στο διάολο με μια βαλίτσα και ένα άδειο ψυγείο.»

– Μαρίνα, πώς θα σου φαινόταν αν ξαναπαντρευτώ; – ρώτησε στο δείπνο ο πατέρας, που τελευταία έδειχνε περίεργα ανανεωμένος.

– Υπέροχα! – απάντησε ειλικρινά η κόρη. – Φτάνει πια με τη χηρεία, μπαμπάκα. Είσαι ακόμα τόσο νέος και πολύ όμορφος. Νομίζω ότι η μαμά εκεί ψηλά θα χαρεί πολύ.

– Θα σου αρέσει, – είπε ο πατέρας, χαρούμενος που η Μαρίνα ενέκρινε τον μελλοντικό του γάμο. – Παρεμπιπτόντως: έχει κόρη – στην ηλικία σου. Πιστεύω πως θα γίνετε φίλες.

Για να πω την αλήθεια, θα παντρευόταν έτσι κι αλλιώς: του άρεσε πολύ η Ραΐσα Μιχαΐλοβνα. Αλλά για τον Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς ήταν ευχάριστο που όλα γίνονταν με την πλήρη συγκατάθεση της κόρης του.

Η μητέρα πέθανε όταν το κορίτσι ήταν δέκα χρονών. Όλα – καταραμένη ογκολογία: “έσβησε” σε μισό χρόνο. Τώρα όμως η όμορφη Μαρίνα είχε πια κλείσει τα είκοσι πέντε και πρόσφατα είχε παντρευτεί.

Οι νεόνυμφοι αποφάσισαν να ζήσουν μαζί με τον Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς στο μεγάλο τριάρι: πατέρας και κόρη αγαπιόντουσαν πολύ. Και εξάλλου, ένας άντρας μόνος θα ένιωθε μοναξιά.

Και τότε εκείνος αποφάσισε να παντρευτεί! Ε, λοιπόν, όπως λένε, “συμβουλή και αγάπη”.

Η νέα σύζυγος δεν άρεσε πολύ στην κοπέλα. Φαινομενικά, όλα τα είχε: όμορφη, έξυπνη, καλή νοικοκυρά, και αξιοπρεπής για να τη δείξεις στην κοινωνία.

Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά: υπερβολικά “γλυκερή”, ας πούμε. Αλλά, εντάξει: του άρεσε στον πατέρα, και αυτό είχε σημασία – μαζί της θα ζούσε αυτός!

Η «νεαρή» έθεσε όρο: να μετακομίσουν στο δικό της σπίτι – είχε μεγάλο διαμέρισμα σε μια συνοικία. Η δική της κόρη ήταν επίσης παντρεμένη και έμενε σε δικό της δυάρι με δάνειο.

Κι έτσι ο πατέρας μετακόμισε στη νέα ζωή: η Μαρίνα και ο Ρόμα έμειναν μόνοι.

Η κοπέλα ήταν πολύ δεμένη με τον πατέρα, όπως κι εκείνος με αυτήν.

Για πολύ καιρό ζούσαν μαζί του και τη γιαγιά, που είχε έρθει από το χωριό αμέσως μετά τον θάνατο της νύφης: ένας γιος κι ένα μικρό εγγόνι δεν θα τα έβγαζαν πέρα μόνοι τους.

Τότε η γιαγιά Λίντα, αφήνοντας πάπιες, κότες, το νοικοκυριό και τον παππού, έτρεξε πρόθυμα να βοηθήσει τον γιο της, παίρνοντας τη Μαρίνα για τρεις μήνες κάθε καλοκαίρι στο χωριό.

Μετά τη μετακόμιση του πατέρα στη δεύτερη σύζυγο, η κοπέλα τον πεθύμησε πολύ – ζούσαν αγαπημένα. Γι’ αυτό ήθελε να διατηρήσει τη σχέση με τον πατέρα της.

Μόνο που εκεί δεν την περίμεναν: η νέα γυναίκα είχε δική της κόρη, την Ιρίνα.

Κι εκείνης έπρεπε, όπως στις ταινίες, να πηγαίνουν τα “καλούδια”. Η Μαρίνα, μεταφορικά, όλο και την έστελναν “στο δάσος για λουλούδια το χειμώνα”.

Ο πατέρας-συνταξιούχος έπαιρνε καλή στρατιωτική σύνταξη. Επιπλέον δίδασκε μάθημα προετοιμασίας στο σχολείο. Και όλα τα χρήματα τα έβαζε στο κοινό ταμείο, όπως είχε πάντα συνηθίσει.

Αν η Μαρίνα χρειαζόταν, βέβαια, θα τη βοηθούσε. Μα κι εκείνη και ο σύζυγός της είχαν καλή δουλειά και καλό μισθό. Έτσι όλα τα χρήματα του Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς τα διαχειριζόταν η έξυπνη Ραΐσα.

Μα τι περιμένετε; Η Ιρίνα είχε μπει απερίσκεπτα σε στεγαστικό δάνειο: και με τις απαιτήσεις και την επιθυμία της να ζει πολυτελώς! Οπότε τα χρήματα του νέου συζύγου ήταν πολύ βολικά.

Και όχι μόνο του συζύγου: τα εισοδήματα της κόρης του δεν άφηναν ήσυχη τη Ραΐσα Μιχαΐλοβνα.

– Γιατί δεν σε βοηθάει η Μαρίνα; – ρώτησε ένα βράδυ στο τραπέζι.

– Και γιατί να βοηθήσει; – απάντησε λογικά ο Βόλντια.

– Τα παιδιά οφείλουν να βοηθούν τους ηλικιωμένους συνταξιούχους γονείς τους! – δήλωσε απόλυτα η γυναίκα.

– Και σε τι, αν επιτρέπεται, να βοηθήσει;

– Σε όλα!

– Μα εγώ ο ίδιος έχω καλή σύνταξη, αν δεν το έχεις προσέξει! Και εσύ ακόμα δεν είσαι συνταξιούχος.

– Ναι, δεν είμαι. Αλλά η Ιρίνα με βοηθάει! – ψέμα της Ραΐσας: η Ιρίνα ούτε τον εαυτό της δεν μπορούσε να βοηθήσει!

Και κοίταξε τον άντρα της θριαμβευτικά.

– Εγώ πάντως δεν έχω ανάγκη βοήθειας! – απάντησε απότομα ο Βλαντίμιρ.

Το υπόλοιπο δείπνο κύλησε σε σιωπή: η Ραΐσα είχε στραβώσει. Εκείνος απλά δεν ήθελε να μιλήσει.

Για πρώτη φορά ο Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς άρχισε να σκέφτεται: κάτι δεν μύριζε καλά.

Και καθώς δεν έλεγχε καθόλου τα έξοδα της “νεαρής” συζύγου, ξαφνικά κατάλαβε ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του “διαχέεται”, πηγαίνοντας στο πουθενά.

Για την ακρίβεια, όχι στο πουθενά: αυτά τα χρήματα πήγαιναν στη γνωστή διεύθυνση – της κόρης της Ραΐσας, της άχρηστης Ιρίνας, της “θείας” με τα αγελαδινά μάτια που σκόρπιζε απίστευτα ποσά σε καινούριο smartphone.

Η συζήτηση δεν κατέληξε πουθενά. Γι’ αυτό αργότερα η σύζυγος έκανε κι άλλες απόπειρες προς αυτή την κατεύθυνση.

Όμως σε όλες τις περιπτώσεις ο άντρας απλώς σωπαίνε, μη θέλοντας να συνεχίσει τη συζήτηση: αυτό μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε σκάνδαλο, και ο Βλαντίμιρ ήταν πολύ φιλήσυχος.

Και όλο και πιο συχνά άρχισε να του περνάει από το μυαλό ότι δεν είναι ό,τι λάμπει χρυσός. Και ότι βιάστηκε λίγο με τον γάμο.

Για να πει την αλήθεια, ο Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς θα γύριζε ευχαρίστως στην παλιά, ήρεμη και άνετη ζωή. Μα ντρεπόταν: τι γκάφα για την ηλικία του!

Γι’ αυτό άφησε τα πράγματα ως έχουν: ας πάνε όπως πάνε. Και η Ιρίνα συνέχισε να παίρνει χρήματα για να καλύπτει το δάνειο.

Έτσι πέρασε ένας χρόνος. Στην οικογένεια της κόρης του και του Ρόμα όλα ήταν ήρεμα: ο πατέρας είχε προσέξει την αντιπάθεια της γυναίκας του απέναντι στη Μαρίνα και άρχισε να τους επισκέπτεται μόνος μετά τη δουλειά.

Αυτές τις επισκέψεις προτιμούσε να μην τις διαφημίζει μετά από έναν απρόσμενο καβγά που του έκανε η Ραΐσα για το θέμα αυτό.

– Μα γιατί, Ράια; – απορούσε ο σύζυγος. – Τι το κακό αν πήγα να δω το κοριτσάκι μου;

– Δεν έχεις καμία δουλειά εκεί!

– Δηλαδή εσύ μπορείς δυο φορές τη βδομάδα να τρέχεις στην Ιρίνα, κι εγώ μια φορά το μήνα δεν μπορώ να πάω στην κόρη μου; – μίλησε πιο αυστηρά ο πάντα ευγενικός άντρας. – Γιατί;

– Γιατί θα σου τραβάει λεφτά!

– Νομίζω ότι για το “τράβηγμα χρημάτων” κάνεις λάθος υπολογισμούς. Η Μαρίνα, αντιθέτως, δεν ζητάει λεφτά.

– Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό; – Η Ραΐσα θίχτηκε στο πιο ευαίσθητο σημείο: η αγαπημένη της κόρη Ιρίνα δεν ήξερε να διαχειρίζεται οικονομικά.

– Δεν θέλω να πω τίποτα, – είπε κουρασμένα ο άντρας. – Απλώς έχω κουραστεί από αυτές τις συνεχείς συζητήσεις για τα χρήματα.

Και πήγε σε άλλο δωμάτιο. Ενώ η Ραΐσα άρχισε να σκέφτεται τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να αυξήσει τις ροές χρημάτων από τους συγγενείς του άντρα της: γιατί τα πράγματα της Μαρίνας και του Ρόμα πήγαιναν πολύ καλά – αυτό το μάθαινε από κοινούς γνωστούς.

Πέρασε ακόμα ένας μήνας, και ο Ρόμα αγόρασε ένα καλό, ακριβό ξένο αυτοκίνητο. Μάλιστα, δεν χρειάστηκε καν να πουλήσουν το παλιό: ο μισθός το επέτρεπε!

Με αυτή την αφορμή οι νεαροί αποφάσισαν να κάνουν σε μια καφετέρια ένα μικρό γλέντι. Προσκάλεσαν συγγενείς και μερικούς φίλους για να δεχτούν ευχές – ήταν κι αυτό γεγονός στις μέρες μας! – και να χαρούν όλοι μαζί.

– Και με το παλιό αυτοκίνητο τι σκοπεύετε να κάνετε; – ρώτησε η Ραΐσα Μιχαΐλοβνα αφού είχε κοπάσει η πείνα.

– Και τι να το κάνουμε; – απάντησε ανέμελα ο Ρόμα. – Στέκεται στο γκαράζ και δε ζητάει ψωμί! Άλλωστε, η Μαρίσα εξέφρασε την επιθυμία να μάθει οδήγηση: λέει, δεν θέλω να μείνω πίσω σου! – και ο άντρας κοίταξε με αγάπη τη σύζυγό του.

– Εγώ όμως θεωρώ πως το παλιό αυτοκίνητο πρέπει να το δώσετε στην Ιρίνα! – πέταξε ξαφνικά η γυναίκα.

– Και γιατί παρακαλώ; – απόρησε η Μαρίνα. – Με ποια λογική;

– Επειδή πρέπει να μοιραζόμαστε, όπως λέει ο Θεούλης! Γιατί να μην βοηθήσετε την αδερφή;

– Σας ανήκουν, νομίζω, δύο καφετιέρες. Μα εγώ δεν είδα ποτέ καμιά διάθεση να χαρίσετε μία σε μας, – είπε ήρεμα η κοπέλα.

Και πρόσθεσε:

– Επιπλέον, πρόσφατα η Ίρα με τον άντρα της γύρισαν από διακοπές στο εξωτερικό. Και πριν από αυτό έβαλε σε μερικά σημεία πανάκριβα εμφυτεύματα: η ίδια καυχιόταν!

Εγώ όλο το καλοκαίρι το πέρασα στο εξοχικό και εμφυτεύματα δεν έχω. Γιατί να μη δώσει λοιπόν εκείνα τα λεφτά για ένα φτηνό αυτοκινητάκι;

– Τα εμφυτεύματα δεν είναι δική σου δουλειά! – εξερράγη η Ραΐσα.

– Ίσως έχετε δίκιο! – συμφώνησε ξαφνικά η Μαρίνα. – Μα τότε κι εμείς θα αποφασίζουμε σε ποιον θα χαρίζουμε αυτοκίνητα δεξιά κι αριστερά.

– Κι εσύ, αγαπητέ γαμπρέ, – γύρισε η γυναίκα στον Ρόμα, – επίσης θα μπορούσες να βοηθήσεις τους συγγενείς.

– Να μοιραστώ; – ρώτησε γλυκά ο Ρομάν.

– Ναι, να μοιραστείς! Και μην κάνεις αυτό το πρόσωπο!

– Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι αμοιβάδα για να μοιράζομαι, – απάντησε κοφτά ο πάντα ευγενικός Ρόμα. – Επιπλέον, πρόσεξα κάτι δαχτυλίδια με διαμάντια στα δαχτυλάκια της Ιρίνας.

Και, σύμφωνα με τη θεωρία σας, αγαπητή Ραΐσα Μιχαΐλοβνα, η κόρη σας πρέπει αμέσως να βγάλει το ένα και να το δώσει στη Μαρίνα: εκείνη δεν έχει κανένα!

Κι ύστερα, ίσως, να εξετάσω την ιδέα να σας δώσω το παλιό μας αυτοκίνητο για χρήση!

Στο τραπέζι επικράτησε σιωπή. Μα η γυναίκα του πατέρα δεν ήθελε να υποχωρήσει. Ούτε βέβαια να μοιραστεί τα διαμάντια της κόρης της, κερδισμένα με “ιδρώτα”: δύο δαχτυλίδια όλα κι όλα…

– Καλά! Δε θέλετε να δώσετε το αμάξι σε μας – δώστε το τότε στον πατέρα! – πρότεινε εκείνη.

– Και γιατί σε μένα; – απορήσε ο μέχρι τότε σιωπηλός Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς. – Εμένα μια χαρά μου φτάνουν τα μέσα μεταφοράς. Κι αν χρειαστεί – παίρνω ταξί: λεφτά έχω ακόμα!

– Τι λεφτά είναι αυτά! – ξέσπασε η Ράια.

Όλοι κοιτάχτηκαν απορημένοι: η στρατιωτική σύνταξη του πατέρα συν τον μισθό του δασκάλου ήταν ένα αξιοσέβαστο ποσό.

– Ε, τότε εγώ ζητάω διαζύγιο! – ούρλιαξε η οργισμένη όμορφη γυναίκα, που αμέσως μεταμορφώθηκε σε “λαϊκή”.

– Δηλαδή, πώς διαζύγιο; – έμεινε έκπληκτος ο Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς. – Δεν κατάλαβα!

– Τι να καταλάβεις: ή διαζύγιο ή μας χαρίζετε το αμάξι!

Ο πατέρας σιώπησε λίγο κι έπειτα είπε ήρεμα:

– Τότε, φυσικά, μόνο διαζύγιο.

Η Ραΐσα Μιχαΐλοβνα αυτό καθόλου δεν το περίμενε. Να χάσει τέτοια χρήματα από τη βλακεία της δεν το είχε στο πρόγραμμα: το δάνειο έπρεπε ακόμη να πληρώνεται!

Και το φαγητό είχε γίνει καλύτερο: ο δικός της μισθός μισής θέσης δεν έφτανε.

– Ζητάω διαζύγιο! – επανέλαβε, αλλά όχι πια τόσο σίγουρη.

– Το κατάλαβα, Ράια, – είπε κουρασμένα ο άντρας. – Συμφωνώ!

– Και θα μοιράσουμε την περιουσία!

– Μοίρασε – αυτό είναι το αγαπημένο σου! Μόνο που, τι νομίζεις ότι θα μοιράσεις; Κοινή περιουσία δεν έχουμε. Εκτός αν λες το καινούριο αμάξι του Ρόμα!

Εκεί μια φίλη της Μαρίας έσκασε στα γέλια: κι αμέσως μετά όλοι γέλασαν, εκτός από την κόρη και τον γαμπρό της Ράιας.

Και η Μαρίνα είπε:

– Λοιπόν, μαμά και αδελφή, βλέπω ότι χορτάσατε. Όλα τα θέματα συζητήθηκαν:

οπότε, δεν θα σας κρατάμε! Και καλό θα είναι να βιαστείτε αν θέλετε να καταθέσετε τα χαρτιά: το δικαστήριο σύντομα κλείνει.

Η Ραΐσα σώπασε, αφομοιώνοντας τις πληροφορίες. Έπειτα έγνεψε στην Ίρα και στον άντρα της, κι όλοι μαζί σηκώθηκαν και έφυγαν.

– Ε, βλέπετε πώς ήρθαν τα πράγματα; – είπε λυπημένα ο Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς, που ντρεπόταν φανερά για τη γυναίκα του, που αποδείχτηκε όχι πριγκίπισσα όπως φαινόταν, αλλά μια βατραχίνα με κρεατοελιές. – Κι εγώ, να φανταστείτε, ετοιμαζόμουν για διαζύγιο.

Αλλά όλο κάτι με κρατούσε: πρώτα απ’ όλα έπρεπε να παραδεχτώ στον εαυτό μου ότι έκανα τον ανόητο, κι αυτό – είναι το πιο δύσκολο.

– Μπαμπά, μα δεν είναι αργά! – είπε η Μαρίνα. – Είσαι σπουδαίος! Κι εκείνη φταίει μόνη της: δεν έπρεπε να απλώνει χέρι σε κάτι που δεν της ανήκει!

– Ακριβώς! – τον στήριξαν οι φίλοι και ο γαμπρός.

Και τότε ο ελαφρώς σκεφτικός – αλλά τι περιμένετε; – μα πάντα θαρραλέος Βλαντίμιρ Σεμένοβιτς σηκώθηκε και πρότεινε πρόποση:

– Ε, λοιπόν, ας πιούμε για να μη μας τυχαίνουν ποτέ στις ζωές μας ανόητες θείες στη μέση του δρόμου!

Και ο Ρόμα πρόσθεσε:

– Που μετά θα πρέπει να παραπονιούνται στον ίδιο τους τον εαυτό!

Και ύψωσε το ποτήρι του προς τον πεθερό.

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY