Έτρεξε στην φίλη της χωρίς προειδοποίηση και έμεινε άφωνη, ακούγοντας τη συζήτηση.
Η πρόβα του νυφικού μεταφέρθηκε για την επόμενη μέρα, καθώς η μοδίστρα που το επιμελούνταν αναγκάστηκε να πάει το παιδί της στο νοσοκομείο. Η Λένα στενοχωρήθηκε λίγο, αλλά αμέσως γύρισε τον διακόπτη στο θετικό.

Δεν άξιζε να ανησυχεί για ψιλοπράγματα – θα το δοκίμαζε αύριο. Κι ας ήθελε τόσο πολύ να δει πώς θα έδειχνε πάνω της· όλα στην ώρα τους. Πάντα έλεγε στον εαυτό της πως δεν πρέπει να κατσουφιάζει χωρίς λόγο.
Καταλαβαίνοντας ότι βρισκόταν πολύ κοντά στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, αποφάσισε να πεταχτεί στη φίλη της. Και τι μ’ αυτό που δεν είχε ειδοποιήσει; Θα της έκανε έκπληξη. Στα παιδικά τους χρόνια ποτέ δεν προειδοποιούσαν· απλώς χτυπούσαν την πόρτα και έμπαιναν.
Κι αν η Άνια έλειπε, θα κερνούσε γλυκά τη μητέρα της – ούτε αυτό ήταν πρόβλημα. Ένα χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της. Ένιωσε μια σκανταλιά να ξυπνάει μέσα της, σαν να είχε επιστρέψει τότε που έτρεχε στη φίλη της για να περάσουν μαζί την ώρα.
Η γνώριμη αυλή την υποδέχτηκε με μια ζεστασιά που είχε χαραχτεί για πάντα στη μνήμη της. Σαν να ήταν όλα μόλις χτες… κι εκεί, κάτω από το σκέπαστρο της θερινής κουζίνας, τα κορίτσια καθόντουσαν με απλωμένες τις κούκλες τους, τους έραβαν φορέματα, συναγωνίζονταν ποια θα τα καταφέρει καλύτερα. Η Άνια ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερη, πάντα της έκανε τα χατίρια και της μάθαινε πολλά.
Τα παιδικά χρόνια είναι υπέροχη εποχή. Καμιά έγνοια, καμιά ανησυχία. Όλα έβαιναν ήρεμα. Τώρα όμως υπήρχαν τόσες δουλειές, και μια απλή επίσκεψη στη φίλη είχε γίνει μεγάλη σπανιότητα. Σφίγγοντας τις λαβές της σακούλας με τα γλυκά που αγόρασε από το ζαχαροπλαστείο, η Λένα χαμογέλασε στις σκέψεις της. «Πώς θα χαρεί η Ανιούτκα!»
Η πόρτα του παλιού σπιτιού ήταν ανοιχτή, και το άνοιγμα κρεμασμένο με λευκή δαντελένια κουρτίνα. Πώς τα κατάφερνε η Βέρα Γκριγκόριεβνα να την κρατάει πάντα τόσο καθαρή; Η Λένα πάντα τη ζήλευε γι’ αυτό.
Σηκώνοντας την κουρτίνα, μπήκε στο άνοιγμα της πόρτας. Ήθελε να φωνάξει πως ήρθε, μα άκουσε την Άννα να μιλά με τη μητέρα της και στάθηκε για λίγο στον πρόθυρα.
— Και πότε σκοπεύεις να της πεις την αλήθεια; Εσύ κι η Λένα περάσατε μαζί φωτιά και νερό! Μπορείς να της κρύβεις κάτι τέτοιο; – αγανακτούσε η Βέρα Γκριγκόριεβνα.
Μιλούσαν για εκείνη; Η Λένα τέντωσε τ’ αυτιά και, στις μύτες, πλησίασε λίγο περισσότερο στο ευρύχωρο σαλόνι, προσπαθώντας να πατά στις πιο στέρεες σανίδες – αυτές που δεν έτριζαν, όπως είχαν μάθει με την Άνια μικρές, όταν έτρεχαν έξω να παίξουν και φοβόντουσαν μην ξυπνήσουν την οικοδέσποινα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει!
— Μαμά, πώς να της το πω; Δεν θα με καταλάβει. Ούτε εγώ καταλαβαίνω πώς συνέβη. Σε κάθε περίπτωση, δεν νομίζω πως πρέπει τώρα να το μάθει. Ας παντρευτεί, ας χαρεί, κι εγώ… θα σκεφτώ τι να κάνω. Υπάρχουν πράγματα που δεν θέλεις να μοιραστείς ούτε με τους πιο κοντινούς σου.
Τι μυστικά ήταν αυτά που η Άννα κρατούσε; Ήταν πάντοτε οι καλύτερες φίλες, είχαν ορκιστεί πως είναι σαν αδελφές, έστω κι όχι εξ αίματος. Η Λένα ποτέ δεν της έκρυβε τίποτα, κι όμως η Άνια είχε κρυφά. Ήταν πικρό να το συνειδητοποιεί.
— Δεν θα μπορείς να το κρύψεις για πολύ. Ξέρεις πως μόλις φανεί η κοιλιά, θα αρχίσουν οι ερωτήσεις. Τι θα κάνεις τότε;
— Θα βρω κάτι να πω. Δεν είναι ανάγκη να μάθει πως ο πατέρας του παιδιού μου είναι ο Ντίμα.
Η Λένα ένιωσε σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Σαν κάποιος να την κοπάνησε στο κεφάλι και να της έσβησε το φως. Τι ανοησία ήταν αυτή; Πώς γίνεται ο αρραβωνιαστικός της να είναι ο πατέρας του παιδιού της Άννας;

Δεν είχαν γνωριστεί καν πριν η Λένα οργανώσει εκείνο το μικρό δείπνο για φίλους. Τότε έγινε; Αν ναι, ο Ντίμα την είχε προδώσει. Πώς μπορούσε τώρα να παντρευτεί έναν προδότη; Ή μήπως εκείνη την πρώτη φορά προσποιήθηκαν ότι δεν γνωρίζονταν;
Τα μάτια της γέμισαν προδοτικά δάκρυα. Παραπάτησε άθελά της και μια σανίδα έτριξε κάτω από το πόδι της. Ήθελε να γυρίσει και να φύγει, μα εμφανίστηκε η Βέρα Γκριγκόριεβνα. Βλέποντάς την απρόσμενη επισκέπτρια, έβγαλε μια κραυγή και σκέπασε το στόμα με τα χέρια της.
— Λένα; Γιατί ήρθες έτσι ξαφνικά; – ανησύχησε η Άννα. – Πόση ώρα είσαι εδώ;
— Όση χρειάστηκε για να ακούσω αυτά που προσπαθούσες τόσο πολύ να μου κρύψεις. Έχω μόνο μια ερώτηση – γιατί; Γιατί το έκρυψες; Ήθελες να συνεχίσεις να γελάς πίσω από την πλάτη μου; Τι θα έλεγες;
Υποσχεθήκαμε πως θα είμαστε σαν αδελφές… Αν έγινε κάτι τέτοιο, έπρεπε να μου το πεις. Πώς να παντρευτώ τώρα; Πώς να κοιτάξω το παιδί που μεγαλώνει η καλύτερή μου φίλη; Το σκέφτηκες;
Η Άννα προσπάθησε να απολογηθεί, μα ένιωσε ξαφνικά αδιαθεσία. Κρατώντας την κοιλιά της, ψιθύρισε κάτι πονεμένα. Η Βέρα Γκριγκόριεβνα έσπευσε να τη βοηθήσει να καθίσει στον καναπέ και κάλεσε ασθενοφόρο. Παρακάλεσε τη Λένα να μην βγάλει βιαστικά συμπεράσματα και να μην πιέζει την Άννα.
— Έχει απειλή αποβολής. Δεν πρέπει να χάσει αυτό το παιδί, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσει να αποκτήσει άλλα. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να το δεχτείς, αλλά μην πάρεις αποφάσεις εν θερμώ. Θα σου τα εξηγήσει όλα μόλις μπορέσει.
Κι εγώ θα μπορούσα να σου τα πω, μα φοβάμαι πως δεν είναι δική μου δουλειά. Ακόμα κι εμένα μου είναι δύσκολο να αποδεχτώ αυτή την αλήθεια. Η ζωή είναι σκληρή, μερικές φορές φέρνει τέτοια απρόσμενα χτυπήματα, από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Την Άννα την πήραν στο νοσοκομείο, ενώ η Λένα γύρισε στο σπίτι της. Νοίκιαζε ένα διαμέρισμα κοντά στο γραφείο όπου δούλευε. Δεν ήθελε ούτε να απαντήσει στις κλήσεις του αρραβωνιαστικού της. Πώς τόλμησε να την προδώσει κι ύστερα να της τηλεφωνεί; Άραγε ήξερε ο ίδιος ότι σύντομα θα γινόταν πατέρας;
Ανησυχώντας μήπως κάτι κακό συνέβη στη μνηστή του, ο Δημήτρης ήρθε, μα η Λένα δεν τον άφησε να μπει. Του απαίτησε να φύγει μακριά και να μη διανοηθεί να εμφανιστεί ξανά μπροστά της. Ο Δημήτρης δεν καταλάβαινε τι είχε κάνει για να αξίζει τέτοια συμπεριφορά.
Έψαχνε μια εξήγηση, μα δεν ήξερε σε τι ακριβώς είχε φταίξει. Αποφάσισε πως, για την ώρα, καλύτερα να μην επιμείνει· καταλάβαινε ότι με την επιμονή του θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα, όσο κι αν τον έτρωγε η αγωνία.
Λίγες μέρες η Άννα έμεινε στο νοσοκομείο, κάτω από τον ορό. Όλο αυτό το διάστημα η Λένα απέφευγε να συναντήσει τον αρραβωνιαστικό της και δεν του μιλούσε. Δήλωσε ότι πια δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για γάμο, αλλά καμιά εξήγηση δεν έδωσε. Η Άννα τηλεφώνησε στη φίλη της και τη ζήτησε να έρθει στο νοσοκομείο. Είπε πως έπρεπε να της τα πει όλα κοιτάζοντάς την στα μάτια. Μα πώς να αντικρίσει τα μάτια μιας προδότριας;
Δεν περίμενε ποτέ τέτοιο χτύπημα από έναν τόσο δικό της άνθρωπο. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, θεωρούσε τη Βέρα Γκριγκόριεβνα σαν δεύτερη μητέρα και την Άννα περισσότερο από αδελφή. Κι όμως, και οι δυο την είχαν προδώσει. Ψιθύριζαν πίσω απ’ την πλάτη της, σχεδιάζοντας πώς να κρύψουν την αλήθεια.
Ωστόσο, δεν μπορούσε να αποφεύγει τη συζήτηση για πάντα. Έπρεπε να μπει μια τελεία εκεί όπου η καρδιά της άφηνε αποσιωπητικά. Η Λένα δέχτηκε να συναντήσει τη φίλη της και πήγε να τη δει στο νοσοκομείο. Έφερε φρούτα και στεκόταν αμήχανα, αλλάζοντας βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, δίχως να τολμά να αρχίσει τη συζήτηση.
— Φταίω εγώ, είπε η Άννα. Ξέρω πως έπρεπε να σου το είχα πει νωρίτερα. Δεν ήθελα, τουλάχιστον μέχρι τον γάμο σας, να αποκαλύψω την αλήθεια. Ήθελα να χαμογελάς, να χαίρεσαι, κι όχι να με μισήσεις. Αφού, όμως, άκουσες μέρος της κουβέντας, άφησέ με να σου πω και τα υπόλοιπα. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα να αγαπήσω κάποιον τόσο δυνατά.
Έχουμε πέντε χρόνια διαφορά. Όχι, βέβαια, δεκαπέντε, μα ούτε κι αυτή δεν φαινόταν. Έτσι δεν είναι; Και μ’ εκείνον δεν φαινόταν… Όταν ήμουν δίπλα του, ένιωθα ευτυχισμένη. Αυτή η έλξη ήταν αμοιβαία. Κατηγορούσα τον εαυτό μου, με μισούσα, μα δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αγάπησα τόσο βαθιά. Ο Ντίμα ακόμη δεν ξέρει ότι περιμένω παιδί. Δεν ήξερα αν έπρεπε να του το πω. Φοβήθηκα. Κι εκείνος αυτοκατηγορούνταν για τη σχέση μας. Δεν δώσαμε ποτέ υποσχέσεις, γιατί ξέραμε πως η ιστορία μας ήταν περισσότερο καταδικασμένη, παρά εφικτή.

Η Λένα αναστέναξε βαριά κι έκατσε στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της φίλης της. Η καρδιά της μάτωνε. Κι εκείνη αγαπούσε τον αρραβωνιαστικό της… τον αγαπούσε με όλη της την ψυχή. Μα δεν μπορούσε πια να τον παντρευτεί, γνωρίζοντας πως την είχε προδώσει, πως σύντομα θα αποκτούσε παιδί με άλλη.
— Γιατί το άφησες να φτάσει ως εδώ; Οι ετοιμασίες για τον γάμο πήραν τόση ενέργεια… Γιατί ήθελες να με βλέπεις να χαίρομαι; Για να σκιάσεις έπειτα την ευτυχία μου μ’ αυτή την είδηση; Δεν το καταλαβαίνω.
Η Άννα σκούπισε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλά της. Ένιωθε την ενοχή να την πλακώνει και δεν ήξερε πώς να απολογηθεί, δεν έβρισκε τις σωστές λέξεις.
— Σκέφτηκα πως, όταν θα γνώριζες την ομορφιά της οικογενειακής ευτυχίας, ίσως θα μπορούσες να δεχτείς τη σχέση μας και να μην είσαι αντίθετη. Ξέρω ότι θα σου είναι δύσκολο να δεχτείς το παιδί μας, όμως… εγώ τον αγαπώ.
Η Λένα γέλασε πικρά. Τα δάκρυα κύλησαν ασταμάτητα απ’ τα μάτια της. Η φίλη της συνέχιζε να την κοροϊδεύει; Μιλούσε για αποδοχή μέσα σε μια τέτοια κατάσταση;…
— Ήθελες η οικογενειακή μου ζωή να μοιάζει με χαρέμι; Έτσι; Νόμιζες πως δεν θα με πείραζε που ο άντρας μου θα πηγαίνει πού και πού σε άλλη γυναίκα και θα μεγαλώνει μαζί της έναν γιο;
Η Άννα χλώμιασε και άρχισε να κουνά το κεφάλι της. Στα μάγουλά της απλώθηκαν κατακόκκινα στίγματα. Ψάχνοντας για ανάσα, προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις, μα όλες χάνονταν απότομα. Ένα τείχος παρεξήγησης υψώθηκε ανάμεσα στις δύο φίλες.
— Θα φύγω. Εσείς κανονίστε τα όπως θέλετε. Του είπα να μην ξανατολμήσει να εμφανιστεί μπροστά μου. Αν θες, πάρε το φόρεμά μου. Ζήστε όπως ξέρετε, εγώ βάζω τελεία στη σχέση μας.
Η Λένα σηκώθηκε κι έκανε να φύγει, μα στο κατώφλι την σταμάτησε η φωνή της φίλης της.
— Τα κατάλαβες όλα λάθος. Δεν μιλούσα για τον αρραβωνιαστικό σου. Όλο αυτό τον καιρό μιλούσα για τον πατέρα σου.
Ήταν σαν κάποιος να τίναξε τη Λένα τόσο δυνατά, που όλος ο αέρας έφυγε από τα πνευμόνια της. Κρατήθηκε από την κάσα της πόρτας για να μην πέσει, αφομοιώνοντας όσα άκουσε. Για μια στιγμή ένιωσε ανακούφιση, αλλά αμέσως μετά την κατέκλυσε η συνειδητοποίηση. Η καλύτερή της φίλη ήταν έγκυος από τον πατέρα της; Θα της χάριζε αδελφούλα ή αδελφό; Μα πώς ήταν δυνατόν; Αδιανόητο!
— Για τον πατέρα μου; — ψιθύρισε η Λένα, μην πιστεύοντας στ’ αυτιά της. — Μιλούσες για τον πατέρα μου, όχι για τον αρραβωνιαστικό μου;

— Ναι… Εκείνος φοβόταν την αντίδρασή σου στη σχέση μας, γι’ αυτό ήθελε να την κρατήσουμε μυστική, αλλά όσο προχωρούσαμε, τόσο πιο δύσκολο γινόταν να σταματήσουμε. Δεν με φοβίζει η διαφορά των δεκαπέντε χρόνων.
Με τρομάζει μόνο η δική σου αντίδραση. Θα μπορέσεις να μας δεχτείς και να μας επιτρέψεις να είμαστε ευτυχισμένοι; Μετά τον θάνατο της μητέρας σου, δεν κατάφερνε να χτίσει οικογένεια με καμία άλλη, κι ύστερα ξαναβρήκε την αγάπη. Συγχώρησέ με που έτυχε να είμαι εγώ εκείνη η γυναίκα.
Η Λένα κούνησε το κεφάλι. Στα μάτια της άστραψαν μαύρες κουκκίδες. Είπε στην Άννα ότι χρειαζόταν λίγο χρόνο για να τα σκεφτεί και έφυγε τρέχοντας. Δεν θυμόταν πώς έφτασε στο σπίτι, μα μόλις είδε τον αρραβωνιαστικό της μπροστά στην είσοδο, έπεσε στην αγκαλιά του κι έβαλε τα κλάματα.
Η Λένα ζήτησε από τον Δημήτρη συγγνώμη που είχε σκεφτεί τόσο άσχημα γι’ αυτόν και δεν του είχε δώσει την ευκαιρία να εξηγήσει. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι ο πατέρας της και η φίλη της θα μπορούσαν…
— Η αγάπη δεν γνωρίζει ηλικία. Δεν βλέπω τίποτα παράξενο. Και μεγαλύτερη διαφορά έχουν καμιά φορά τα ζευγάρια. Είναι δική τους απόφαση. Δεν πρέπει να τους χωρίσεις, ειδικά τώρα που θα αποκτήσουν παιδί.
Λυπάμαι αν σου έδωσα αφορμή να αμφιβάλεις για μένα, που αρχικά υπέθεσες πως μιλούσαν για μένα. Στο εξής θα κάνω τα πάντα για να μην σκεφτείς ούτε στιγμή ότι θα μπορούσα να σε προδώσω, — προσπάθησε να την καθησυχάσει ο Δημήτρης.
Η Λένα κι ο Δημήτρης συνέχισαν τις προετοιμασίες για τον γάμο. Παρ’ όλο που οι ειδήσεις που έπεσαν πάνω τους ήταν δύσκολο να χωνευτούν, η Λένα συμφώνησε πως δεν μπορούσε να υπαγορεύσει στον πατέρα και στη φίλη της ποιον να αγαπήσουν.
Η καρδιά δεν μπορείς να την αναγκάσεις να απαρνηθεί τα αληθινά της αισθήματα. Ήθελε να πιστεύει ότι ήταν όντως αγάπη κι όχι μια παροδική έλξη που θα άφηνε μόνο πληγές.
Μετά τον γάμο της Λένας και του Δημήτρη, ο πατέρας της, κι εκείνος Δημήτρης, έκανε πρόταση γάμου στην Άννα. Η Βέρα Γκριγκόριεβνα δυσκολεύτηκε να δεχτεί έναν τόσο ώριμο γαμπρό, μα για την ευτυχία της κόρης της υπερέβη τις πεποιθήσεις της.
Η Άννα ήταν ευτυχισμένη και ευγνώμων στη φίλη της που αποδέχτηκε τη σχέση της με τον πατέρα της. Υποσχέθηκε να μην της ξανακρύψει τίποτα και να είναι πάντα ειλικρινής, γιατί ένα μικρό ψέμα είχε παραλίγο να οδηγήσει σε μεγάλη τραγωδία.
