— Βρήκα άλλη. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε από το διαμέρισμά μου, — δήλωσε ο σύζυγος, αλλά η γυναίκα απλώς γέλασε.

— Βρήκα άλλη. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε από το διαμέρισμά μου, — δήλωσε ο σύζυγος, αλλά η γυναίκα απλώς γέλασε.

Η Λένα υποψιαζόταν ότι ο άντρας της την απατούσε. Τον τελευταίο καιρό φερόταν πολύ παράξενα, αποξενωμένα.

Μόλις δύο χρόνια παντρεμένοι κι όμως είχαν γίνει σαν ξένοι. Και η πεθερά της την είχε προειδοποιήσει, της είχε πει πως ο γιος της είναι ασυνεπής, ότι πρέπει να το σκεφτεί εκατό φορές πριν αποφασίσει να παντρευτεί.

Τότε η Λένα νόμιζε πως θα κατάφερνε να τον κάνει να σοβαρευτεί. Όμως είχε κάνει μεγάλο λάθος. Τώρα πια καταλάβαινε πόσο αφελής και ανόητη είχε σταθεί, μα ήταν αργά για να μετανιώσει.

Έπρεπε να βρει αποδείξεις, και αν πράγματι ο Μαξίμ έβγαινε με κάποια άλλη, απλώς να ζητήσει διαζύγιο.

Ο άντρας της γυρνούσε σπίτι αργά. Συχνά η Λένα είχε ήδη αποκοιμηθεί, κι όταν ξυπνούσε εκείνος έφευγε για τη δουλειά. Εκείνο το βράδυ, όμως, αποφάσισε να μείνει ξύπνια μέχρι αργά. Ετοίμασε ένα ωραίο δείπνο, ντύθηκε προσεγμένα και σκέφτηκε πως είχε έρθει η ώρα να μιλήσουν.

Η Λένα έσβησε τα φώτα στο σαλόνι, χαζεύοντας τα φώτα των φαναριών έξω. Ο Μαξίμ νόμιζε ότι η γυναίκα του είχε ήδη κοιμηθεί. Μπήκε σιωπηλά στο δωμάτιο, αλλά ταράχτηκε όταν άκουσε τη γνώριμη φωνή.

— Γιατί κάθεσαι στο σκοτάδι και με τρομάζεις έτσι; – διαμαρτυρήθηκε ο Μαξίμ.

— Τι να φοβηθεί κανείς, αν έχει καθαρά χέρια; – ρώτησε η Λένα, γυρνώντας αργά. Τον κοίταξε και χαμογέλασε.

Ο Μαξίμ άναψε το φως· φάνηκε πως χλόμιασε. Κάποτε αγαπιόντουσαν πολύ, μα τώρα ανάμεσά τους είχε ανοίξει ένα χάσμα που έμοιαζε αδύνατο να γεφυρωθεί.

Η Λένα δεν ένιωθε πια εκείνο το χαρούμενο σκίρτημα βλέποντάς τον. Ένιωθε περιττή και κάθε φορά κατέπνιγε τα συναισθήματά της. Ίσως να είχαν σωπάσει για πάντα.

— Λες ανοησίες. Να σε έβλεπα κι εσένα στη θέση μου, — μουρμούρισε ο Μαξίμ. — Γιατί δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;

— Σε περίμενα. Σου ετοίμασα δείπνο. Σχεδόν δεν βλεπόμαστε. Σκέφτηκα πως πρέπει να το διορθώσουμε αυτό. Εσύ δουλεύεις, αργείς, κι εγώ… δεν με πειράζει να ξενυχτήσω λίγο.

Η Λένα αναρωτιόταν πώς να προσεγγίσει το θέμα που της έτρωγε την ψυχή. Τον κοιτούσε, προσπαθώντας να διακρίνει φόβο στο βλέμμα του. Μήπως φοβόταν να τη χάσει; Σκεφτόταν άραγε ότι ο γάμος τους μπορεί να τελειώσει;

— Δεν έπρεπε να με περιμένεις. Ήρθα κουρασμένος, δεν έχω όρεξη για κουβέντες. Ό,τι είπες είναι σωστό — μένω στη δουλειά, δεν διασκεδάζω.

Μα η φωνή του Μαξίμ έτρεμε, προδίδοντας την ταραχή του. Τι μπορούσε να σημαίνει αυτό; Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της από την πίκρα, μα η Λένα συγκρατήθηκε και ξαναχαμογέλασε.

— Τότε ας δειπνήσουμε απλώς μαζί. Δεν είναι ανάγκη να μιλάμε. Κι αν έχεις κάτι να πεις, καλύτερα να μην το κρατάς μέσα σου, για να μη γίνει αργά και να μπορούμε να διορθώσουμε ό,τι σώζεται.

Ο Μαξίμ δεν αντέδρασε στα λόγια της, σαν να μην τον αφορούσαν. Προσποιήθηκε πως δεν άκουσε, κι η Λένα αποφάσισε να μην τον πιέσει απόψε. Ήθελε να τον παρατηρήσει λίγο ακόμα.

Το δείπνο πέρασε μέσα στη σιωπή. Κατά διαστήματα ο Μαξίμ την κοιτούσε νευρικά κι ύστερα γύριζε αλλού, κάνοντας πως δεν την πρόσεχε. Το πρωί έφυγε για τη δουλειά νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο, λες και ήθελε να αποφύγει να τη συναντήσει, φοβούμενος μήπως τον ρωτήσει κάτι δύσκολο.

Το σαββατοκύριακο ο Μαξίμ είπε πως θα πήγαινε για ψάρεμα με φίλους, αλλά η Λένα έμαθε ότι οι φίλοι του δεν σκόπευαν να πάνε πουθενά. Τα συμπεράσματα ήταν αυτονόητα. Όμως εκείνη δεν σκόπευε να υποχωρήσει και να τα παρατήσει. Περίμενε έστω κάποια αντίδραση από τον άντρα της.

Το βράδυ ο Μαξίμ γύρισε στο σπίτι ταραγμένος. Μύριζε λίγο αλκοόλ. Η Λένα περίμενε, σαν να ήξερε πως ακριβώς τώρα θα ακουγόταν η καταδικαστική φράση.

— Βαρέθηκα να κρύβομαι πια. Φοβάμαι να επιστρέψω στο ίδιο μου το σπίτι. Κι εσύ δεν βοηθάς καθόλου, με κοιτάς πάντα σαν λύκος. Πρέπει να χωρίσουμε. Έκανα λάθος που αποφάσισα να σε παντρευτώ.

Έπρεπε τότε να το σκεφτώ καλύτερα, αλλά με είχε συνεπάρει η γοητεία σου, κι όμως τώρα κατάλαβα πως δεν είσαι η γυναίκα με την οποία θέλω να μοιραστώ τη ζωή μου.

Πόσο έμοιαζαν αυτά τα λόγια με εκείνα που της είχε πει η πεθερά της. Η Άλλα Βλαντιμίροβνα την είχε προειδοποιήσει επίμονα, της είχε ζητήσει να μην παραπονεθεί αργότερα, γιατί μόνη της ρίσκαρε μπαίνοντας σε μια τέτοια σχέση. Και τώρα τα άκουγε από τον ίδιο τον άντρα της.

— Βρήκα άλλη. Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε από το διαμέρισμά μου. Θέλω να ζήσω σαν φυσιολογικός άνθρωπος, όχι να ψάχνω διαρκώς δικαιολογίες. Υποθέτω ότι ήδη τα κατάλαβες όλα, από τη στιγμή που άρχισες να κάνεις τις «σωστές» ερωτήσεις.

Ο Μαξίμ έβηξε και σήκωσε το βλέμμα προς τη γυναίκα του. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν ενοχή, μα όχι αρκετή. Μέσα του μαχόταν με τη συνείδησή του, προσπαθώντας να τη φιμώσει.

— Το είχα καταλάβει, αλλά… δεν σκοπεύω να φύγω πουθενά, — απάντησε η Λένα, σταυρώνοντας τα πόδια και σηκώνοντας το πηγούνι.

— Τι σημαίνει αυτό; Μήπως σου αρέσει ο ρόλος της απατημένης συζύγου;

— Δύσκολα μπορεί να αρέσει σε κάποιον κάτι τέτοιο. Δεν είμαι κατά του διαζυγίου, έχω ήδη ετοιμάσει ό,τι χρειάζεται, αλλά από το διαμέρισμα δεν θα με διώξεις.

Ο Μαξίμ έμεινε άφωνος από το θράσος της. Περίμενε πως θα του κάνει σκηνή, θα τον επιτεθεί και θα κλάψει, κι έπειτα θα μαζέψει τα πράγματά της και θα πάει στη μητέρα της. Έτσι δεν κάνουν οι πληγωμένες σύζυγοι; Μα η Λένα τον κοιτούσε σαν να είχε σκεφτεί τα πάντα. Χαμογελούσε, κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί.

— Και τι σημαίνει αυτό; Σκοπεύεις να μείνεις στο διαμέρισμά μου; Θέλω να φέρω εδώ τη γυναίκα που αγαπώ. Δεν νομίζεις ότι θα της αρέσει να υπάρχει η πρώην; Θες να σου θυμίσω πως αυτό είναι το δικό μου διαμέρισμα;

Το αγόρασα με τα δικά μου χρήματα, κι εσύ δεν έβαλες ούτε δεκάρα. Ό,τι αγόρασες για το σπίτι, μπορείς να το πάρεις, δεν θα σου ζητήσω να το αφήσεις…

Η Λένα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ειρωνικό χαμόγελο. Ίσως σε άλλη περίπτωση να μην συμπεριφερόταν έτσι, αλλά η πίκρα που είχε φωλιάσει βαθιά μέσα της μιλούσε αντί γι’ αυτήν. Δεν σκόπευε να αφήσει ατιμώρητες τις προδοσίες του άντρα της.

Δεν έφτανε που είχε βρει άλλη, αλλά της έλεγε ψέματα όλον αυτόν τον καιρό, ζυγίζοντας ποια του φαινόταν καλύτερη. Αν της τα είχε πει εξαρχής, ίσως να τον λυπόταν — μα όχι τώρα.

Στο μυαλό της είχε ωριμάσει ήδη ένα σχέδιο· ήθελε να δώσει στον σύζυγό της ένα μάθημα, ώστε να μην του περάσει ξανά να φερθεί με τέτοιον τρόπο, να καταλάβει πως οι γυναίκες έχουν μυαλό και ξέρουν να υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Τουλάχιστον η Λένα ήταν έτσι.

— Γιατί σωπαίνεις; Τι σκέφτεσαι;

— Σου αφήνω χρόνο να σκεφτείς μόνος σου, — απάντησε ήρεμα η Λένα. — Σου έρχονται ιδέες; Ή μήπως πρέπει να στα εξηγήσω, σαν να είσαι παιδί;

Δεν είχε καμία διάθεση να καλοπιάσει τον άνθρωπο που την είχε προδώσει και γελοιοποιήσει πίσω από την πλάτη της. Μιλούσε στον Μαξίμ όπως του άξιζε. Δεν μπορούσε πια να του χαμογελά κοιτώντας τον στα μάτια.

Κι εκείνος το καταλάβαινε. Εκείνη του είχε μείνει πιστή, τον φρόντιζε, σχεδίαζε κοινό μέλλον. Ευτυχώς που είχε προετοιμαστεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, μόλις είχε παρατηρήσει τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια. Ευτυχώς που κρατούσε αποστάσεις και δεν είχε μείνει έγκυος. Αλλιώς θα ήταν πολύ πιο επώδυνο και δύσκολο.

— Μπορείς να εξηγήσεις, αφού πιστεύεις ότι είμαι ανόητος και δεν βλέπω την αλήθεια που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου.

— Πολύ καλά, — η Λένα σηκώθηκε από τον καναπέ και πλησίασε το παράθυρο. — Δεν είναι δικό σου το διαμέρισμα, αγαπημένε μου σύζυγε. Το διαμέρισμα θεωρείται κοινή συζυγική περιουσία, επειδή το απέκτησες αφού παντρευτήκαμε. Δεν προτίθεμαι να φύγω πριν το μοιράσουμε νόμιμα.

Ο Μαξίμ κοκκίνισε από θυμό. Έσφιξε τις γροθιές του και στένεψε τα μάτια. Νόμιζε πως είχε παντρευτεί ένα απλό, αφελές κορίτσι, μα η Λένα αποδείχτηκε πολύ πιο πονηρή. Σκόπευε να τον αφήσει χωρίς στέγη, εκείνον που είχε ιδρώσει για να την αποκτήσει;

— Δεν έβαλες ούτε δεκάρα εδώ μέσα. Αυτό θα είναι εύκολο να το αποδείξω! – εξανέστη ο άντρας.

Η Λένα απλώς χαμογέλασε και έγνεψε. Είχε ήδη συναντηθεί και μιλήσει με δικηγόρο. Είχε αποφασίσει να δράσει μόνο αφού πήρε νομική συμβουλή. Δεν θα ήταν τόσο απλό να αποδείξει ότι δεν είχε συνεισφέρει τίποτα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο δικαστής αποφασίζει υπέρ του ισότιμου διαμοιρασμού: τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται στον γάμο μοιράζονται, ανεξάρτητα από το ποιος έχει βάλει περισσότερα χρήματα.

Ο Μαξίμ είχε κάνει μεγάλο λάθος που είχε αγοράσει το διαμέρισμα με αυτόν τον τρόπο. Θα μπορούσε να το είχε κανονίσει πριν από την εγγραφή του γάμου, αλλά για κάποιο λόγο το ανέβαλε. Και τώρα είχε πέσει στην ίδια του την παγίδα.

— Δοκίμασε λοιπόν. Δεν σου το απαγορεύω. Όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα. Εσύ μπορείς να υπερασπιστείς την άποψή σου, κι εγώ μπορώ να απαιτήσω αυτό που μου ανήκει βάσει νόμου. Μέχρι να τελειώσει η δίκη, δεν θα φύγω από αυτό το διαμέρισμα.

Γι’ αυτό καλύτερα να αναβάλεις τη μετακόμιση της καινούριας σου αγαπημένης, αλλιώς μπορώ να της κάνω τη ζωή… τόσο «γλυκιά», που θα φύγει πριν ακόμη πάρεις το διαζύγιο.

Ο Μαξίμ έμεινε άφωνος. Κοίταξε τη γυναίκα του αλλιώς. Τώρα του φαινόταν υπερβολικά έξυπνη, υπερβολικά… Δεν το είχε παρατηρήσει, είχε σταματήσει, μα τώρα έμοιαζε πιο όμορφη από ποτέ. Γιατί άραγε αποφάσισε να απομακρυνθεί από εκείνη και να ενδώσει στον πειρασμό;

Ο άντρας έδιωξε τις παράλογες σκέψεις που του πέρασαν από το μυαλό. Είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Ήθελε διαζύγιο, κι η Λένα ήταν πολύ πονηρή· θα έπρεπε να παλέψουν, αλλά ο Μαξίμ σκόπευε να υπερασπιστεί τη θέση του μέχρι τέλους.

Η Άλλα Βλαντιμίροβνα καταδίκασε την πράξη του γιου της. Αρνήθηκε να καταθέσει υπέρ του και δήλωσε ότι ο ίδιος έφταιγε για όλα. Αν ο Μαξίμ την είχε ακούσει και δεν είχε φερθεί επιπόλαια, δεν θα έφταναν ως εδώ.

— Η Λένα είναι καλή γυναίκα. Έκανε αυτό που έκανε, γιατί την πλήγωσες πάρα πολύ. Για τα λάθη πληρώνει κανείς. Αν δεν μπορούσες να κρατήσεις τα παντελόνια σου στη θέση τους, τώρα θα αναλάβεις τις συνέπειες.

Την επόμενη φορά θα σκεφτείς καλύτερα. Κι αν όχι, πάλι θα χάσεις κάτι. Δεν θα χάσεις μόνο το μισό διαμέρισμα. Θα χάσεις μια γυναίκα που σε αγαπούσε. Να βρεις δεύτερη τέτοια θα είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αλλά αυτά δεν είναι δικά μου προβλήματα.

Ο Μαξίμ κατέβασε το κεφάλι ήδη από την αρχή της δίκης, γιατί καταλάβαινε ότι οι πιθανότητές του ήταν ελάχιστες. Ο δικαστής αποφάσισε υπέρ της Λένας και διέταξε να μοιραστεί το διαμέρισμα.

— Το πέτυχες αυτό που ήθελες; Μάλλον από την αρχή για αυτό με παντρεύτηκες; – ρώτησε πικραμένος ο Μαξίμ.

Η Λένα τον κοίταξε με αποδοκιμασία, χωρίς να του απαντήσει. Δεν έβλεπε λόγο να δικαιολογηθεί· δύσκολα θα καταλάβαινε. Τώρα στη ζωή της άρχιζε ένα νέο κεφάλαιο και δεν είχε περιθώρια να κάνει πίσω.

Η γυναίκα μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα που νοίκιαζε κοντά στο γραφείο της. Ανέθεσε στον δικηγόρο της να πουλήσει το μερίδιό της από το διαμέρισμα του πρώην άντρα της, γιατί δεν ήθελε πια να τον συναντά ούτε να ακούει τα κακεντρεχή λόγια του.

Ο Μαξίμ βυθίστηκε σε κατάθλιψη. Μαθαίνοντας ότι έχασε το διαμέρισμα και πως στο εξής μπορούσε να αντέξει μόνο μια μικρή γκαρσονιέρα, η καινούρια του αγαπημένη εξαφανίστηκε αμέσως. Δεν ήθελε να μπλέξει με φτωχό, ούτε είχε ποτέ σκοπό να κάνει κάτι σοβαρό μαζί του.

— Απλώς διασκέδαζα, δεν σου ζήτησα να χωρίσεις, — του είπε η κοπέλα πριν φύγει.

Ο Μαξίμ έμεινε στον άσσο. Δεν κατάλαβε αμέσως τα λόγια της μητέρας του, αλλά τώρα συνειδητοποίησε πως είχε χάσει όχι μόνο περιουσία… είχε χάσει την οικογένειά του από δική του ανοησία.

Περνώντας τα βράδια σε βαρύ μοναχικότητα, σκεφτόταν… του έλειπε η Λένα, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί πως εκείνη δεν θα γυρνούσε πια. Έπρεπε να προχωρήσει και να σκέφτεται πιο λογικά στο μέλλον.

Μα θα καταφέρει άραγε να πάρει το μάθημά του, αν στον ορίζοντα εμφανιστεί ξανά κάποιος πειρασμός στον οποίο δύσκολα μπορεί να αντισταθεί;

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY