Η Χρονιά της Μαύρης Γάτας (Πρωτοχρονιάτικη ιστορία)

«…και τώρα, πέντε λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου, θέλω να σας ευχηθώ…» – φώναζε η τηλεόραση στη διαπασών.
Η Βέρα Παύλοβνα αναστέναξε και πάτησε το κουμπί για να την κλείσει.
– Πάλι Πρωτοχρονιά… – σκεφτόταν – πέμπτη χρονιά που είμαι τελείως μόνη. Γιατί να μου εύχονται; Τι να μου ευχηθούν; Άλλος ένας χρόνος γήρατος; Άλλο ένα βήμα προς το μοναχικό μου τέλος;
Ο σύζυγος της Βέρας Παύλοβνα είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια. Δεν ήταν ότι αγαπιούνταν πολύ, αλλά είχαν συνηθίσει να ζουν μαζί – 45 ολόκληρα χρόνια. Είχαν περάσει πολλά – καβγάδες, συμφιλιώσεις, δύο παιδιά…
Και τι της έμεινε; Ή μάλλον, ποιος της έμεινε; Ο άντρας της πέθανε, η κόρη παντρεύτηκε και έφυγε σε άλλη πόλη, ο γιος… Τι να πεις για τον γιο; Αυτός ήταν ο πόνος της ζωής της…
Ο γιος άρχισε να πίνει. Από τότε που τον άφησε η γυναίκα του πριν δεκαπέντε χρόνια… Ή μήπως τον άφησε επειδή είχε ήδη αρχίσει να πίνει; Ποιος ξέρει πια; Το μόνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα: είχε πια καταρρεύσει. Λένε ότι κάθεται με άλλους αλκοολικούς μπροστά στην πολυκατοικία. Δεν τον νοιάζει η μάνα του. Μπορεί και να μην τη θυμάται καν – εκτός αν χρειάζεται λεφτά για μπουκάλι…
Η κόρη… Αυτή έχει τη δική της ζωή, τα δικά της προβλήματα. Δεν τηλεφωνεί – γιατί είναι πολύ απασχολημένη. Έχει δυο παιδιά, άντρα με σοβαρή θέση, τρέχει όλη μέρα. Ποιος να την κατηγορήσει;
Αλλά ούτε μια κλήση, έστω Πρωτοχρονιάτικη;
Ούτε κι ο γιος ήρθε – έστω για λεφτά…
Κανένας δεν ήρθε. Ούτε ένας καλός λόγος από κανέναν. Γιατί να ζω; Δεν με χρειάζεται κανείς…
Η Βέρα Παύλοβνα σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Είχε αρχίσει η Πρωτοχρονιάτικη νύχτα. Άνθρωποι έβγαιναν από τις πολυκατοικίες, με παιδιά ή χωρίς, πήγαιναν στο άδειο οικόπεδο πίσω από την πολυκατοικία, έριχναν πυροτεχνήματα, γελούσαν, τραγουδούσαν.
Ο ουρανός φωτιζόταν κόκκινος, μπλε, πράσινος… Όμορφο ήταν…
Να πάει κι αυτή; Να κάνει μια βόλτα;
Έβαλε το παλτό της – αγορασμένο όταν ζούσε ακόμα ο άντρας της – τις μπότες, το σκουφί, πήρε τα γάντια και βγήκε έξω. Κάθισε στο παγκάκι μπροστά στην είσοδο. Ήταν βρεγμένο. Αν και Πρωτοχρονιά, ο καιρός ήταν μουντός, υγρός. Ένα είδος υγρής σκόνης αιωρούταν στον αέρα.
– Τι άσχημος καιρός, – σκέφτηκε – Πρωτοχρονιά και τέτοια υγρασία! Πού είναι οι χειμώνες της νιότης μου;
Έστρωσε μια εφημερίδα και κάθισε.
– Θα καθίσω λίγο, – σκεφτόταν – μπορεί κάποιος να περάσει και να μου πει “Καλή χρονιά”… Έστω μια ανθρώπινη λέξη να ακούσω… Αλλιώς αυτή η νύχτα θα περάσει σαν να ζω σε έρημο…
Ο κόσμος περνούσε χωρίς να σταματήσει. Κουκουλωμένοι, βιαστικοί, κανείς δεν κατευθυνόταν προς τη δική της είσοδο.
Η Βέρα Παύλοβνα μάζεψε τα πόδια της. Άρχισε να κρυώνει. Κάτι έτριξε κάτω από τα πόδια της.
– Πάτησα κάτι, – σκέφτηκε και κοίταξε κάτω από το παγκάκι.
Εκεί υπήρχε ένα πλαστικό πιατάκι γεμάτο κόκκαλα κοτόπουλου. Δίπλα του καθόταν ένας αδύνατος μαύρος γάτος.
– Μα ποιος στο καλό σκέφτηκε να ταΐσει γάτους με κόκκαλα; – είπε φωναχτά. – Δεν έχουν μυαλό… Τι να φάει ο καημένος απ’ αυτά; Μόνο κόκκαλα…

Ο μαύρος γάτος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε αδιάφορα. Δεν τον ενδιέφερε πια τίποτα. Δεν είχε πιστέψει ποτέ στους ανθρώπους. Γεννήθηκε στον δρόμο, έζησε στον δρόμο και εκεί θα πέθαινε. Τι άλλο να περίμενε;
Πείνα, ψύλλοι, κρύος χειμώνας, πάλι πείνα… Δεν ήξερε καν πόσο χρονών ήταν. Κάθε χρόνος ήταν ίδιος – εναλλαγή εποχών. Ο γάτος κοίταξε ξανά τη γυναίκα.
– Τι κάθεται εδώ; – σκεφτόταν. – Ο καιρός είναι χάλια. Την έδιωξαν από το σπίτι; Οι άνθρωποι είναι περίεργοι! Έχουν θερμά καλοριφέρ, και κάθονται έξω και κρυώνουν! Μου πάτησε και το πιατάκι… Τώρα θα ψάχνω τα κόκκαλα μέσα στις λάσπες… Ανόητη γριά…
Ο γάτος κούνησε την ουρά του και φύσηξε εκνευρισμένος.
– Γιατί μου φυσάς; – τρόμαξε η Βέρα Παύλοβνα. – Δεν σε πείραξα… Πάτησα κατά λάθος το πιατάκι σου… Θα σου φέρω άλλο! Αν και τι να το κάνεις; Αυτά τα κόκκαλα δεν τρώγονται! – αναφώνησε.
Ο γάτος την αγνόησε.
– Εσύ δεν τα τρως, – σκέφτηκε. – Εγώ όμως θα έτρωγα λίγους χόνδρους, αν δεν μου τα είχε ποδοπατήσει…
Η Βέρα Παύλοβνα άρχισε να παρατηρεί τον γάτο. Ήταν μικρός, με κοντό τρίχωμα, κοκαλιάρης. Το βλέμμα του την σόκαρε – απόλυτη αδιαφορία. Σαν να είχε αποδεχτεί ότι δεν τον ήθελε κανείς, και γι’ αυτό δεν περίμενε τίποτα από κανέναν. Όταν ήταν μικρός, πίστευε ακόμα πως κάποιος θα τον πάρει σπίτι του.
Καθόταν κάθε μέρα κάτω από αυτό το παγκάκι, περιμένοντας…
Αλλά κανείς δεν τον πήρε ποτέ. Μερικοί ούτε καν τον έβλεπαν. Άλλες φορές τον έδιωχναν με το πόδι…
…Χτες το βράδυ, η γριά Φεντόροβνα του άφησε το πιατάκι με τα κόκκαλα.
– Πάρε, φάε, είναι Πρωτοχρονιά, – του είπε. – Και μην κάνεις τον δύσκολο! Να σε ταΐζω και με κρέας; Έχω ποιον να ταΐσω με κρέας! Να λες και ευχαριστώ που σου δίνουν κάτι! Αχάριστο πλάσμα!

Ο γάτος μύρισε το πιάτο.
– Άλλη μια χρονιά ξεκινάει… – σκεφτόταν. – Και τι αλλάζει; Πάλι κόκκαλα στο πλαστικό πιάτο. Αλλάζει κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο;
Η Βέρα Παύλοβνα τον κοίταζε. Τη συγκλόνισε το αδιάφορο βλέμμα του. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Άπλωσε το χέρι της να τον χαϊδέψει.
– Ψι-ψι, – του είπε απαλά, – έλα εδώ, να σε χαϊδέψω… Γιατί κάθεσαι έτσι, καημενούλη; Κρυώνεις… Η ουρά σου είναι μέσα στη λάσπη… Έλα εδώ!
Χτύπησε το παγκάκι με το χέρι της.
– Έλα, μη φοβάσαι! Θα σου βάλω την εφημερίδα να καθίσεις! – μουρμούρισε.
Σηκώθηκε, πήρε την εφημερίδα και την άπλωσε δίπλα της.
– Έλα, πηδά, – τον παρακάλεσε. – Θα ζεσταθείς λίγο. Θα στεγνώσεις… Έλα, Καρβουνάκι μου…
Ο γάτος γύρισε και την κοίταξε. Τι ήθελε αυτή η περίεργη γυναίκα;
