Πριν από λίγες μέρες, με πήραν από το νοσοκομείο και μου είπαν: «Ο πατέρας σας είχε ένα σοβαρό ατύχημα, η κατάσταση του είναι πολύ κρίσιμη»

Τις επόμενες ώρες ένιωσα σαν να έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έφυγα αμέσως και πήγα κοντά του. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες των γιατρών να με στείλουν σπίτι, δεν ήθελα να τον αφήσω. Ήμουν δίπλα του, μέρα και νύχτα, και του μιλούσα για όλα όσα είχαμε ζήσει μαζί.

Του έλεγα ιστορίες από την παιδική μου ηλικία, όπως εκείνη τη φορά που με δίδαξε να κολυμπώ. Θυμήθηκα τη στιγμή που, φοβισμένη και αβέβαιη, έκανα την πρώτη μου κίνηση στο νερό και εκείνος ήταν εκεί, δίπλα μου, να με κρατάει και να με ενθαρρύνει με ένα ζεστό χαμόγελο. Στη συνέχεια, του μίλησα για την πρώτη μας εξόρμηση για ψάρεμα, όταν η σιωπή της θάλασσας μας έφερε πιο κοντά. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου εξηγεί τις τεχνικές του ψαρέματος και το πώς καταλάβαινε τα μικρά σημάδια του νερού.
Και φυσικά, δεν παρέλειψα τις στιγμές που πηγαίναμε στο σινεμά, γελώντας και συζητώντας για τις ταινίες. Του είπα πώς μου έμαθε να βλέπω τον κόσμο με διαφορετικό μάτι, να εκτιμώ τις μικρές, καθημερινές στιγμές.

Όταν τελικά άρχισε να αναρρώνει, ήξερα ότι η αγάπη και οι κοινές μας αναμνήσεις ήταν αυτές που τον κρατούσαν δυναμικό.
