Στην αρχή στον Γκένκα φαινόταν πως η μητέρα του απλώς είχε παχύνει. Βέβαια, κάπως παράξενα.

Στην αρχή στον Γκένκα φαινόταν πως η μητέρα του απλώς είχε παχύνει. Βέβαια, κάπως παράξενα.

Ξαφνικά είχε στρογγυλέψει η μέση της, ενώ κατά τ’ άλλα παρέμενε η ίδια.

Ήταν αμήχανο να ρωτήσει, μήπως η μαμά παρεξηγηθεί. Ο πατέρας σιωπούσε, κοιτάζοντάς την με τρυφερότητα, κι ο Γκένκα έκανε πως κι εκείνος δεν παρατηρούσε τίποτα.

Όμως σύντομα η κοιλιά της είχε φανερά μεγαλώσει. Μια μέρα, περνώντας τυχαία έξω από το δωμάτιο των γονιών του, ο Γκένκα είδε πως ο πατέρας χάιδευε την κοιλιά της μητέρας και της ψιθύριζε κάτι τρυφερά.

Κι εκείνη χαμογελούσε με ικανοποίηση. Η σκηνή τον έφερε σε αμηχανία και βιάστηκε να φύγει.

«Η μαμά περιμένει παιδί», σκέφτηκε ξαφνικά ο Γκένκα. Αυτή η σκέψη δεν τον ξάφνιασε τόσο, όσο τον σόκαρε.

Η μητέρα του, βέβαια, ήταν όμορφη και έδειχνε καλύτερα από πολλές μητέρες συμμαθητών του, αλλά παρ’ όλα αυτά, η εγκυμοσύνη στην ηλικία της του προκαλούσε αποστροφή. Ακόμα και να το σκέφτεται του ήταν άβολο.

Από πού έρχονται τα παιδιά, ο Γκένκα το ήξερε προ πολλού, για πολλά είχε υποψιαστεί, αλλά ότι οι ίδιοι του οι γονείς ασχολούνταν με αυτό δεν μπορούσε να το φανταστεί. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίοι άνθρωποι, αλλά η μαμά και ο μπαμπάς του.

– Μπαμπά, η μαμά περιμένει παιδί; – ρώτησε μια μέρα τον πατέρα του.
Για κάποιο λόγο, μαζί του ήταν πιο εύκολο να μιλήσει γι’ αυτό.

– Ναι. Η μαμά ονειρεύεται μια κόρη. Ίσως είναι ανόητο να σε ρωτήσω, ποιο θα ήθελες – αδελφό ή αδελφούλα.

– Μα γεννάνε σε τέτοια ηλικία;
– Σε ποια τέτοια; Η μαμά είναι μόλις τριάντα έξι κι εγώ σαράντα ενός. Κι εσύ τι, είσαι αντίθετος;

– Εμένα με ρώτησε κανείς; – απάντησε απότομα ο Γκένκα.
Ο πατέρας τον κοίταξε προσεκτικά.

– Ελπίζω να είσαι αρκετά ώριμος ώστε να μας καταλάβεις. Η μαμά ήθελε πάντα μια κόρη. Όταν γεννήθηκες εσύ, ζούσαμε σε νοικιασμένο διαμέρισμα. Η μαμά καθόταν μαζί σου, δούλευα μόνο εγώ, και τα λεφτά μόλις που έφταναν για τα απαραίτητα.

Κι έτσι αποφασίσαμε να μην βιαστούμε για δεύτερο παιδί. Ύστερα πέθανε η γιαγιά, κι οι γονείς της μας έδωσαν το διαμέρισμά της. Θυμάσαι τη γιαγιά;

Ο Γκένκα σήκωσε τους ώμους.
– Κάναμε κάποιες επισκευές και μετακομίσαμε. Όταν εσύ μεγάλωσες λίγο κι η μαμά άρχισε να δουλεύει, τα οικονομικά μας βελτιώθηκαν, αγόρασα το πρώτο αυτοκίνητο.

Την κόρη την αναβάλλαμε ξανά, λέγαμε ότι προλαβαίνουμε. Μα ύστερα απλώς δεν τα καταφέρναμε. Κι όταν πια σταματήσαμε να ελπίζουμε και να περιμένουμε…

– Ελπίζω να είναι κόρη, όπως θέλει η μαμά. Φυσικά, η μαμά μας είναι νέα, αλλά όχι και κοριτσάκι. Γι’ αυτό προσπάθησε τουλάχιστον να μην την νευριάζεις, για να μην αγχώνεται.

Σκέψου πριν μιλήσεις άσχημα ή πεις κάτι περιττό. Αν είναι κάτι, πες το σε μένα. Συμφωνήσαμε;…

— Κατάλαβα, μπαμπά.

Ύστερα έμαθαν ότι πράγματι θα ήταν κορίτσι. Στο σπίτι άρχισαν να εμφανίζονται ροζ παιδικά πράγματα. Στον Γκένκα φαίνονταν απειροελάχιστα, σαν για κούκλες.

Ήρθε και η παιδική κούνια. Η μητέρα συχνά αποσπόταν από τη συζήτηση, καθόταν αφηρημένη, σαν να αφουγκραζόταν τον εαυτό της. Τότε ο πατέρας ρωτούσε αν όλα ήταν εντάξει, και η ανησυχία του περνούσε και στον Γκένκα.

Προσωπικά, το παιδί του ήταν αδιάφορο, πόσο μάλλον αδελφή. Τι να την κάνει τις μύξες και τις πάνες; Το μόνο που ήθελε ήταν η Γιούλια Φετίσοβα. Θέλουν οι γονείς κι άλλο παιδί — δικό τους θέμα. Τι τον ένοιαζε; Μάλιστα, καλύτερα. Θα ασχολούνται μόνο μαζί της και θα τον ενοχλούν λιγότερο. Τουλάχιστον, σε κάτι θα ωφελούσε η μελλοντική αδελφή.

— Είναι επικίνδυνο; Δηλαδή, να γεννάει σ’ αυτήν την ηλικία; — ρώτησε ο Γκένκα.

— Ρίσκο υπάρχει σε κάθε ηλικία. Φυσικά, στη μαμά είναι πιο δύσκολο τώρα, απ’ ό,τι όταν περίμενε εσένα. Τότε ήταν δεκατρία χρόνια νεότερη. Μα δεν ζούμε σε δάσος ή σε χωριό, αλλά σε μεγάλη πόλη, όπου υπάρχουν καλά εξοπλισμένα νοσοκομεία και γιατροί… Όλα θα πάνε καλά, — πρόσθεσε κουρασμένα ο πατέρας.

— Και πότε; Σε πόσο καιρό;
— Τι; Να γεννήσει; Σε δύο μήνες.

Όμως η μητέρα γέννησε έναν μήνα νωρίτερα. Ο Γκένκα ξύπνησε από τον θόρυβο. Άκουσε στεναγμό και τρεχάματα πίσω από τον τοίχο. Σηκώθηκε, μισοκοιμισμένος, και πήγε στο δωμάτιο των γονιών.

Η μητέρα καθόταν στο τσαλακωμένο κρεβάτι, κρατώντας τα χέρια στη μέση της, και λικνιζόταν μπρος-πίσω σαν εκκρεμές, βογκώντας. Ο πατέρας έτρεχε νευρικά μέσα στο δωμάτιο, μαζεύοντας πράγματα.

— Το κυριότερο, μην ξεχάσεις τον φάκελο με τα έγγραφα, — ψέλλισε η μητέρα, κλείνοντας τα μάτια.

— Μαμά, — φώναξε ο Γκένκα, που ξύπνησε αμέσως και μοιράστηκε τη γενική ανησυχία.

— Συγγνώμη που σε ξυπνήσαμε. Τι να κάνουμε… Πού είναι αυτό το ασθενοφόρο; — ρώτησε ο πατέρας το κενό.

Το κενό απάντησε με το κουδούνι της πόρτας, κι ο πατέρας έτρεξε να ανοίξει. Ο Γκένκα δεν ήξερε αν έπρεπε να ντυθεί ή να μείνει δίπλα στη μητέρα. Μα τότε μπήκαν στο δωμάτιο ένας άντρας κι μια γυναίκα με στολές ασθενοφόρου, πλησίασαν κατευθείαν τη μητέρα και άρχισαν να κάνουν περίεργες ερωτήσεις:

— Πόση ώρα κρατούν οι πόνοι; Κάθε πότε; Έσπασαν τα νερά; — Κι όταν η μητέρα σκίρτησε από μια νέα σύσπαση, ο πατέρας απαντούσε αντί γι’ αυτήν.

Κανείς δεν έδινε σημασία στον Γκένκα, κι εκείνος γλίστρησε έξω. Όταν γύρισε ντυμένος, οι γονείς του έβγαιναν από το σπίτι. Η μητέρα έφευγε με τη ρόμπα και τις παντόφλες. Στην πόρτα ο πατέρας γύρισε.

— Θα επιστρέψω γρήγορα, κι εσύ μάζεψε λίγο εδώ. – Ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμη, μα τότε η μητέρα αναστέναξε και κρεμάστηκε από το χέρι του.

Ο Γκένκα έμεινε για λίγο να κοιτάζει την πόρτα, ακούγοντας τη σπάνια ησυχία. Έπειτα γύρισε στο δωμάτιο και κοίταξε το ρολόι. Είχε ακόμη δύο ώρες ύπνο. Τακτοποίησε προσεκτικά τον καναπέ, μάζεψε τα σκορπισμένα πράγματα και πήγε στην κουζίνα. Ο πατέρας γύρισε όταν εκείνος ετοιμαζόταν για το σχολείο.

— Λοιπόν, γέννησε; – ρώτησε, προσπαθώντας να μαντέψει την απάντηση από το πρόσωπο του πατέρα.

— Όχι ακόμη. Δεν με άφησαν να μπω. Ρίξε μου λίγο τσάι.

Ο Γκένκα έβαλε μπροστά του μια κούπα με τσάι, έφτιαξε σάντουιτς.

— Να πάω; – ρώτησε.
— Πήγαινε. Θα σε πάρω τηλέφωνο όταν έχω νέα, — υποσχέθηκε ο πατέρας.

Ο Γκένκα άργησε στο σχολείο.

— Ο Κρόσκιν καταδέχτηκε να μας τιμήσει με την παρουσία του. Γιατί άργησες; – ρώτησε ο μαθηματικός.

— Στη μαμά καλέσαμε ασθενοφόρο, τη μετέφεραν στο νοσοκομείο.
— Συγγνώμη, κάθισε, — μαλάκωσε ο δάσκαλος.

— Η μάνα του γεννάει! – φώναξε ο Φιοντόροφ, κι ακούστηκαν γέλια. Ο Γκένκα γύρισε απότομα στον συμμαθητή.

— Σιωπή! Κρόσκιν, κάθισε. Και τι το αστείο υπάρχει εδώ;

Ο πατέρας τηλεφώνησε στο τελευταίο μάθημα.

— Μπορώ να βγω; – σήκωσε το χέρι ο Γκένκα.

— Τόσο μεγάλη ανάγκη; Είκοσι λεπτά απομένουν, θα αντέξεις. Και κατέβασε το κινητό, — είπε η φιλόλογος.

— Η μάνα του είναι στο μαιευτήριο, — ξαναφώναξε ο Φιοντόροφ, μα αυτήν τη φορά κανείς δεν γέλασε.

— Εντάξει, πήγαινε, — επέτρεψε η φιλόλογος.

— Τι έγινε, μπαμπά; – ρώτησε ο Γκένκα βγαίνοντας στον διάδρομο.

— Κορίτσι! Τρία κιλά και εκατό γραμμάρια! Ουφ, — αναφώνησε με ανακούφιση ο πατέρας στο τηλέφωνο.

— Λοιπόν; – ρώτησε η φιλόλογος όταν μπήκε στην τάξη.
— Όλα καλά, κορίτσι, — απάντησε μηχανικά ο Γκένκα.

— Τώρα ο Κρόσκιν θα γίνει μπέιμπι σίτερ, – ξαναγέλασε ο Φιοντόροφ. Και η τάξη ξέσπασε σε γέλια, που σκέπασε το κουδούνι.

Η Φίρσοβα τον πρόλαβε στον δρόμο και περπάτησε δίπλα του.

— Και πόσων χρονών είναι η μαμά σου; — ρώτησε.
— Τριάντα έξι.
— Μην το πάρεις στραβά, χαίρομαι για σένα, για εσάς. Μια αδελφούλα είναι υπέροχο πράγμα. Εγώ είμαι μοναχοπαίδι. Οι γονείς μου δεν ήθελαν άλλο παιδί… — Περπατούσαν και μιλούσαν, κι ο Γκένκα για πρώτη φορά ένιωσε χαρά που είχε αδελφή.

Ύστερα από τρεις μέρες η μητέρα πήρε εξιτήριο από το μαιευτήριο.

— Τι ομορφιά! — είπε ο πατέρας, κοιτάζοντας την κόρη.
Ο Γκένκα δεν έβλεπε τίποτε όμορφο. Ένα μικρό τσαλακωμένο σώμα, κόκκινο πρόσωπο, στοματάκι σαν φιόγκος κι ένα κουμπί για μύτη.

Για εκείνον, το πρότυπο ομορφιάς ήταν η Φίρσοβα. Έπειτα η αδελφή άνοιξε το άδεντο στόμα της κι έβγαλε τσιριχτό ήχο. Αμέσως κοκκίνισε σαν ντομάτα. Η μητέρα την πήρε γρήγορα στα χέρια και άρχισε να την κουνάει, ψιθυρίζοντας κάθε τόσο: «Σςς…». Ήταν παράξενο να συνειδητοποιεί πως η μητέρα του είχε γίνει μητέρα και για κάποιον άλλον.

— Πώς θα την ονομάσουμε; – ρώτησε ο πατέρας.
— Βασίλισσα, — απάντησε η μητέρα.
— Κάτι σαν γατίσιο όνομα είναι. Στο σχολείο θα τη φωνάζουν Βάσια, — γκρίνιαξε ο Γκένκα.
— Τότε Μαρία, προς τιμήν της γιαγιάς, — πρότεινε ο πατέρας.

Όλη η ζωή τώρα γύριζε γύρω από τη Μαρία, όπως την αποκαλούσε τρυφερά η μητέρα της, γύρω από τις ανάγκες της. Τον Γκένκα δεν τον πρόσεχαν πια· μόνο του ζητούσαν να πάει στο μαγαζί, να πετάξει τα σκουπίδια, να βγάλει τα ρούχα από το πλυντήριο και να τα κρεμάσει στο μπάνιο. Ο Γκένκα βοηθούσε με χαρά.

Όταν όμως μια μέρα η μητέρα του ζήτησε να βγάλει το καρότσι βόλτα, όσο εκείνη θα σφουγγάριζε, ο Γκένκα αντέδρασε. Καλύτερα να πάει η ίδια βόλτα, να αναπνεύσει καθαρό αέρα, κι εκείνος θα πλύνει το πάτωμα.

— Δεν πάω, άμα με δουν τα παιδιά θα γελάνε, — μουρμούρισε.

— Την έχω κιόλας ντύσει, θα ιδρώσει. Και εσύ ντύσου καλύτερα, κάνει κρύο έξω. Αν κρυολογήσεις, μπορεί να κολλήσεις τη Μαρία, κι είναι πολύ μικρή και αδύναμη για να αρρωστήσει, — είπε η μητέρα.

Ο Γκένκα έκανε κύκλους στην αυλή με το καρότσι, όταν είδε τη Φίρσοβα. Παλιά θα προσποιόταν ότι δεν τον είδε, μα τώρα κατευθύνθηκε αμέσως κοντά του.

— Μαρία! Τι γλυκούλα! — θαύμασε η Φίρσοβα και περπάτησε δίπλα του. Οι γείτονες χαμογελούσαν όταν τους συναντούσαν, κι ο Γκένκα δεν ήξερε πού να κρύψει τα μάτια του από ντροπή.

Το βράδυ η μητέρα νανούριζε τη Μαρία και της τραγουδούσε. Ο Γκένκα άκουγε και αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει.

Μα η Μαρία αρρώστησε. Τη νύχτα ανέβασε υψηλό πυρετό. Με σιρόπι τον κατέβασαν λίγο. Όλη τη νύχτα οι γονείς του την κρατούσαν αγκαλιά εναλλάξ. Το πρωί ο πυρετός ξαναανέβηκε και δεν έπεφτε με τίποτα. Η Μαρία ανέπνεε βαριά και γρήγορα. Ο πατέρας κάλεσε το ασθενοφόρο.

Κανείς δεν τον κατηγόρησε, αλλά ο Γκένκα ένιωθε ένοχος. Από το δωμάτιό του σχεδόν δεν έβγαινε.

— Μας παίδεψε για τα καλά, — είπε ο πατέρας, μπαίνοντας στο δωμάτιο όταν το ασθενοφόρο πήρε τη μητέρα με τη Μαρία.

— Θα γίνει καλά; — ρώτησε προσεκτικά ο Γκένκα.
— Ελπίζω. Φυσικά θα γίνει. Σήμερα υπάρχουν καλά φάρμακα, αντιβιοτικά…

Ο Γκένκα δεν περίμενε να στενοχωρηθεί τόσο. Στο σχολείο απαντούσε άσχετα, πήρε τριάρια, αν και το μάθημα το ήξερε απέξω. Όταν γύρισε, ο πατέρας καθόταν στην κουζίνα και κοιτούσε στο κενό. Στην καρδιά του Γκένκα αναδεύτηκε ανησυχία.

— Μπαμπά, γιατί είσαι σπίτι; Αρρώστησες; — ρώτησε.
Ο πατέρας σιώπησε για ώρα.

— Δεν έχουμε πια τη Μαρία μας, — είπε με έναν αναστεναγμό.

Ο Γκένκα σκέφτηκε ότι ο πατέρας παραληρούσε, αλλά μετά κατάλαβε το νόημα.

— Έγινε τόσο γρήγορα… Τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν… — Ο πατέρας έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες του κι έκανε έναν ήχο ανάμεσα σε βρυχηθμό και λυγμό.

— Μπαμπά… — πλησίασε ο Γκένκα, χωρίς να ξέρει τι να πει.
Ο πατέρας τον αγκάλιασε, κι ο Γκένκα για πρώτη φορά τον είδε να κλαίει. Έβαλε κι εκείνος τα κλάματα σαν μικρό παιδί.

Ήθελε να εξαφανιστεί. Μακάρι να είχε πεθάνει αυτός κι όχι η Μαρία. Όταν γύρισε η μητέρα από το νοσοκομείο, ο Γκένκα μετά βίας την αναγνώρισε. Ήταν σκιά του παλιού της εαυτού. Στο σπίτι επικρατούσαν σιωπή και σκοτάδι, παρ’ όλο που έξω έλαμπε η μέρα. Η καρδιά του Γκένκα ράγιζε από τον πόνο για τη μητέρα, για τη Μαρία, από το αίσθημα της ενοχής.

Μετά την κηδεία η μητέρα καθόταν ώρες δίπλα στην άδεια κούνια. Τη νύχτα πεταγόταν και έτρεχε σε αυτήν. Ονειρευόταν ότι άκουγε το κλάμα της Μαρίας. Ο πατέρας με το ζόρι την έπαιρνε να ξαπλώσει. Έτσι πέρασε η εβδομάδα, μετά κι άλλος μήνας. Ήρθε η άνοιξη. Φαινόταν πως χαρά και γέλιο είχαν χαθεί για πάντα από το σπίτι.

— Άκου, πριν χαλάσουν εντελώς οι δρόμοι, πρέπει να πάμε την κούνια και τα πράγματα στο εξοχικό, αλλιώς η μαμά θα τρελαθεί, — είπε ο πατέρας ένα Σάββατο. – Εγώ θα λύσω την κούνια κι εσύ μάζεψε όλα τα πράγματα και τα παιχνίδια. Οι σακούλες είναι εκεί.

— Και η μαμά; — ρώτησε ο Γκένκα.
— Πήγε στη θεία Βάλα. Δεν πρέπει να το δει αυτό.

Έξω από την πόλη, κατά μήκος του δρόμου, υπήρχε ακόμη χιόνι. Ο ήλιος ξεπρόβαλλε μέσα από τα πυκνά γκρίζα σύννεφα. Ο Γκένκα σκέφτηκε ξαφνικά ότι η Μαρία ποτέ δεν θα δει την άνοιξη, δεν θα μισοκλείσει τα μάτια από τον ήλιο, δεν θα ακούσει τη βροντή… Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα κι έτρεμε από άφωνο κλάμα. Ξαφνικά ο πατέρας σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου.

— Κάτσε εδώ, να πάω να δω μήπως χρειάζεται βοήθεια.

Μόνο τότε ο Γκένκα παρατήρησε μπροστά μερικά αυτοκίνητα και αστυνομικούς μαζεμένους. Βγήκε κι εκείνος και πλησίασε. Του τράβηξε την προσοχή ένα κόκκινο στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο. Η πόρτα ενός φορτηγού ήταν ανοιχτή, κι ένας άντρας καθόταν στο σκαλοπάτι, επαναλαμβάνοντας: «Έκλεισα τα μάτια μόνο για μια στιγμή…». Ένας αστυνομικός κρατούσε μια παιδική καλαθούνα. Μέσα υπήρχε κάτι ροζ. Ο Γκένκα πλησίασε. Εκεί κοιμόταν ένα κοριτσάκι, περίπου στην ηλικία της Μαρίας.

— Φαντάσου, οι γονείς σκοτώθηκαν κι αυτή τίποτα, ούτε γρατζουνιά, — είπε ένας νεαρός αστυνομικός.

Τότε από μακριά ακούστηκε σειρήνα. Το κοριτσάκι ξύπνησε και άρχισε να ουρλιάζει, ακριβώς όπως η Μαρία. Ο αστυνομικός σάστισε και την κοίταξε αμήχανα.

— Δώστε μου τη. Είχα μια μικρή αδελφή… — κόμπιασε ο Γκένκα.
Ο αστυνομικός τον κοίταξε διστακτικά, αλλά τελικά του έδωσε την καλαθούνα. Ο Γκένκα πήρε το κοριτσάκι και το έσφιξε στην αγκαλιά του. Και, ω του θαύματος, εκείνο σώπασε!

— Πώς το κατάφερες αυτό, αγόρι μου; – απόρησε ο αστυνομικός.

— Το κοριτσάκι από το αυτοκίνητο; Ελάτε, — πλησίασε άλλος αστυνομικός και κάλεσε τον Γκένκα προς το ασθενοφόρο.

— Αδελφός; – ρώτησε τον Γκένκα ο γιατρός. — Δώσε το κοριτσάκι. – Μα ο Γκένκα έκανε βήμα πίσω.

— Θα την πάρετε στο νοσοκομείο; – ρώτησε.
— Ναι, θα την εξετάσουν, μετά θα τη στείλουν σε βρεφοκομείο ή ορφανοτροφείο.

— Μπαμπά… — ο Γκένκα κοίταξε με παράπονο τον πατέρα που είχε πλησιάσει. Κι εκείνος κατάλαβε αμέσως.

— Μπορούμε να την πάρουμε εμείς; Είναι καλά. Καταλαβαίνετε, χάσαμε πρόσφατα το παιδί μας, περίπου στην ίδια ηλικία. Η γυναίκα μου υποφέρει πολύ. Αυτό το κοριτσάκι θα ήταν η σωτηρία της, — άρχισε ο πατέρας.

— Μα για όνομα του Θεού. Πηγαίνετε στην υπηρεσία κηδεμονίας, κάντε αίτηση. Αν δεν βρουν συγγενείς ή αν αυτοί αρνηθούν να πάρουν το παιδί, τότε θα μπορέσετε να το πάρετε εσείς. Πρέπει να γίνει επίσημη διαδικασία. Έλα, αγόρι μου, μην χάνεις χρόνο.

Ο Γκένκα με βαριά καρδιά έδωσε το κοριτσάκι στον γιατρό.

— Και πώς τη λένε; – ρώτησε.

— Σύμφωνα με τα έγγραφα, τη λένε Βασιλίσα.

Αντάλλαξαν μια γρήγορη ματιά με τον πατέρα.

— Εντάξει, πάμε, — είπε πρώτος ο πατέρας, προχωρώντας προς το αυτοκίνητο.

— Στο εξοχικό; – ρώτησε ο Γκένκα, κάθοντας στο μπροστινό κάθισμα.

— Σπίτι. Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε στο εξοχικό. Τα πράγματα θα μας χρειαστούν ακόμη.
Κι ο Γκένκα ηρέμησε. Ο ίδιος απόρησε που είχε ταραχτεί τόσο για ένα ξένο παιδί.

— Μπαμπά, κι αν η μαμά δεν δεχτεί να πάρουμε τη Βασιλίσα;

Η μητέρα καθόταν στον καναπέ και κοιτούσε τη γωνία όπου άλλοτε στεκόταν η κούνια.

— Γυρίσατε; Ο δρόμος ήταν κλειστός; — ρώτησε αδιάφορα.

— Μαμά, ξέρεις, συναντήσαμε τη Βασιλίσα, — είπε βιαστικά ο Γκένκα, συγκρατώντας με κόπο τη χαρά του.

— Ποια;

— Τη Βασιλίσα. – Κι άρχισαν με τον πατέρα να διηγούνται για το ατύχημα.

Η μητέρα για ώρα δεν έβγαλε λέξη. Έπειτα είπε πως αύριο θα πήγαινε στο νοσοκομείο να μάθει τα πάντα.

— Ουράα! – φώναξαν ο Γκένκα κι ο πατέρας…

«— Είναι λυπηρό όλο αυτό… — είπε η Κατιά θλιμμένα. Τι παιδική ηλικία είναι αυτή χωρίς γονείς;
… Όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι το ορφανοτροφείο είναι μια αναγκαστική λύση, δεν μπορούσε να πιστέψει σε μια τέτοια διάταξη του κόσμου.

Ήταν παράξενο το ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν νιώθουν αυτήν τη φρίκη, ποτισμένη από τη μυρωδιά της κρατικής καθημερινότητας. Μπορούν να έρχονται εδώ στη δουλειά, να κάνουν κάποια καθήκοντα και να μη βλέπουν τα βλέμματα των παιδιών που φώναζαν: “Πάρτε με σπίτι”.

…Κάθε ενήλικος άνθρωπος, σε αντίθεση με το παιδί, έχει επιλογή. Και αυτή η επιλογή ποτέ δεν είναι εύκολη· είναι πάντα δύσκολη, βασανιστική και γεμάτη αμφιβολίες. Αλλά μπορεί να δώσει ελπίδα.»

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY