Σε ένα μικρό αποδυτήριο του ορφανοτροφείου αριθμός 7, καθόταν σε ένα χαμηλό παγκάκι ένα αγοράκι περίπου τεσσάρων ετών.

Δίπλα του φρόντιζαν δύο ενήλικες: μια νεαρή γυναίκα και ένας άντρας λίγο μεγαλύτερος.
Με νευρικότητα του έβγαλαν τα βρεγμένα παπούτσια, τη φόρμα και το πλεκτό σκουφάκι. Έπειτα η γυναίκα τον έβαλε επιδέξια μέσα σε ένα μικροσκοπικό τζιν, ενώ ο άντρας προσπάθησε να του φορέσει σανδάλια.
Αλλά δεν ήταν στα σωστά πόδια. Το αγοράκι υπάκουα έβαζε άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο…
— Έτοιμος, Θέμα! — μιλούσε ασταμάτητα η κυρία. — Βλέπεις, τα παιδιά σου ήδη κάθονται για φαγητό! Έλα, γρήγορα…!
Το αγοράκι σήκωσε αργά το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια:
— Λένα! — ψιθύρισε, σχεδόν κινώντας τα χείλη του. — Πότε θα με πάρεις; Αφού κοιμηθώ…;
— Να, πάλι εσύ! — είπε ο άντρας βάζοντας επιτέλους τα σανδάλια. — Πόσες φορές να σου πω! Σήμερα δεν γίνεται. Δεν θα είμαστε στην πόλη.

— Και πότε; — ρώτησε το αγοράκι με το βλέμμα του. — Πότε θα γίνει;
— Πρέπει να αλλάξουμε το αυτοκίνητο θέση! — αναστάτωσε ο άντρας και χάθηκε στην πόρτα. — Λένα! Βιάσου, σε παρακαλώ!
Το αεροπλάνο δεν θα περιμένει! — φώναξε από το κατώφλι…
Λίγο πριν, η κυρία που ήταν υπερβολικά ανήσυχη, ξαφνικά έγειρε και κάθισε, σαν να έχασε τις δυνάμεις της. Τα χέρια της έπεσαν άτονα στα γόνατα. Το αγοράκι έσφιξε το μικρό, ζεστό σώμα του πάνω της και ένωσε τα χέρια της πίσω από την πλάτη του.
Πέρασαν λίγα λεπτά.
— Σ’ αγαπώ! — ψιθύρισε.
— Τι λες, Θέμα; Τι…
Η γυναίκα τον τράβηξε κοντά της και χάιδεψε απαλά την αδύνατη πλάτη του.
— Δεν θα φύγουμε για πολύ! Εσύ θα μείνεις εδώ με τα παιδιά για τρεις-τέσσερις μέρες! Και θα σου τηλεφωνήσουμε…!
— Και το δώρο! — κοίταξε ξανά στα μάτια τη γυναίκα το αγοράκι. — Δεν ξεχάσατε το δώρο, αν όλα πάνε καλά.
— Και το δώρο, και το δώρο… φυσικά! — τον έσφιξε ακόμα πιο πολύ η γυναίκα. Ένα πρώτο δάκρυ κύλησε αργά στο μάγουλό της.

— Τι συμβαίνει, Λένα; — άρχισε να σκουπίζει τα λεπτά δάκρυα το αγοράκι. — Τρεις μέρες μόνο…!
— Τρεις μέρες! Τρεις μέρες! — κούνησε το κεφάλι της η γυναίκα και τον έσπρωξε προς την κοινόχρηστη αίθουσα.
Αυτός μπήκε αργά, στηριζόμενος λίγο στο δεξί του πόδι, κοίταξε γύρω και κάθισε σε ένα ελεύθερο τραπέζι. Όλα τα δεκαέξι παιδιά σταμάτησαν να κουταλιάζουν και γύρισαν προς το μέρος του.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα με λευκή ρόμπα έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με την πρώτη σούπα. Για δεύτερο, μακαρόνια ναυτικά. Κοντά του υπήρχε ένα γεμάτο ποτήρι με κομπόστα.
— Επέστρεψες… Στέπα; — άγγιξε με το χέρι της τα ξανθά, μεταξένια μαλλιά του.
— Μόνο για τρεις μέρες! — μασούσε γεμάτος το στόμα το αγοράκι. — Σε τρεις μέρες θα με πάρουν!
Και βούτηξε το κουτάλι στη σούπα.
— Ναι… ναι, φυσικά…! Τρεις μέρες…! — ψιθύρισε η τροφός, μπήκε στο αποδυτήριο και έκλεισε την πόρτα πίσω της.
Από το διάδρομο εμφανίστηκε ο άντρας της προηγούμενης μέρας. Δίπλα του στεκόταν μια μεγάλη βαλίτσα με ροδάκια.
— Να! — έδειξε με το βλέμμα τη βαλίτσα ο άντρας. — Πολλά πράγματα…!

— Να! — επανέλαβε η γυναίκα. — Αγόρασαν… τα πάντα! Πού τα βάζουμε;
— Στα ντουλάπια μας… το βλέπετε μόνοι σας! — γκρίνιαξε η τροφός χωρίς να κοιτάξει τα παγωμένα τους πρόσωπα. — Τα πιο απαραίτητα, τα υπόλοιπα πάρετε τα μαζί σας!
— Μα πού να τα βάλουμε; — ζήτησε βοήθεια ο άντρας. — Τώρα γιατί να τα έχουμε;
— Δεν ξέρω! Έπρεπε να σκεφτείτε πριν τα αγοράσετε…
Ο άντρας έβαλε τη βαλίτσα στον πάγκο, άνοιξε το φερμουάρ. Η γυναίκα βιαστικά, μπερδεύοντας τα παιδικά ρούχα, άρχισε να τα βάζει στο ντουλάπι. Γέμισε γρήγορα και δεν έκλειναν οι πόρτες.
— Λοιπόν… φεύγουμε; — είπε με προσπάθεια ο άντρας. — Έχουμε το αεροπλάνο!
— Πετάξτε! — έκανε νεύμα η τροφός. — … Οι πτηνοί…!
Το ζευγάρι βιάστηκε προς την πόρτα. Στην έξοδο η γυναίκα γύρισε:
— Δεν γίνεται! Δεν πρέπει… έτσι! Χρόνια στα νοσοκομεία, άυπνες νύχτες, ενέσεις, οροί… αυτές οι τρομερές κρίσεις! Προσπαθήσαμε…! Δεν είναι για όλους!
Και όταν ο άντρας βγήκε πρόσθεσε ψιθυριστά:
— …Φοβάμαι να χάσω τον άντρα μου! Λέει… Δεν μπορώ…!
Η τροφός σιωπηλά πίεζε με όλο το σώμα της να κλείσει την πόρτα του ντουλαπιού. Τελικά τα κατάφερε.
— Τα τρία μέρες… — μάταια! — κοίταξε έξω από το παράθυρο. — Θα περιμένει, θα μετράει τα λεπτά! Μάταια…! Δεν είναι ανθρώπινο!

— Δεν μπορούσαμε έτσι αμέσως… — έβγαλε βραχνά από το διάδρομο ο άντρας. — Όπως μάθαμε, σταδιακά. Θα τηλεφωνήσουμε μετά από τρεις μέρες, λέγοντας ότι αργούμε. Μετά… κάπως αλλιώς!
— Δεν είμαι δικαστής σας, αποφασίσατε! Τι άλλο; Και αργά πια. Ο διευθυντής υπέγραψε. Ο Στέπα είναι πάλι δεκτός, έχει πάρει επιδότηση και όλα αυτά!
— Έχει συνηθίσει να τον λένε… Θέμα!
— Στέπαν στα χαρτιά! Γιατί να διαστρεβλώνουμε το όνομα; … Πετάξτε τώρα! Και… μην τηλεφωνήσετε! Όσο πιο γρήγορα το καταλάβει, τόσο το καλύτερο! Το αεροπλάνο δεν θα περιμένει!
Ο άντρας και η γυναίκα, χωρίς να πουν άλλη λέξη, χωρίς καν να αποχαιρετήσουν, βγήκαν αθόρυβα. Η πόρτα της εισόδου τριγύρισε ελαφρά, ακούστηκε ο θόρυβος του απομακρυνόμενου αυτοκινήτου και όλα ησύχασαν.
Η πόρτα του αποδυτηρίου άνοιξε λίγο. Η τροφός γύρισε το κεφάλι της. Το αγοράκι κοιτούσε σιωπηλό από το μικρό άνοιγμα.
— Τι έχεις, Στέπαν;

— Έφυγαν…;
— Έφυγαν! Έφαγες; Πήγαινε, γλυκό μου, ξάπλωσε. Η ώρα για ύπνο πλησιάζει!
Το αγοράκι επέστρεψε στην ομάδα, ξεκούραστα έβγαλε τα ρούχα του, κρέμασε προσεκτικά στην πλάτη της καρέκλας και ανέβηκε στο κρεβάτι.
Δύο ώρες πέρασαν σαν να ήταν μια στιγμή. Δεν κοιμήθηκε, απλώς κοίταζε την οροφή. Χτύπησε το κουδούνι. Τα παιδιά πετάχτηκαν, φόρεσαν τις φόρμες και τα φορεματάκια τους, φασαριάζοντας και παίζοντας. Το αγοράκι σηκώθηκε μαζί τους, ντύθηκε, πήγε πάλι στην πόρτα του αποδυτηρίου και κοίταξε μέσα από το άνοιγμα.
Μετά άνοιξε πιο πολύ την πόρτα, ακόμα πιο πολύ και τελικά την άνοιξε ολόκληρη.
— Θέμα! — φώναξε η γυναίκα. — Πόσο ακόμα θα κοιμάσαι;

— Σε περιμέναμε! — φώναξε ο άντρας χτυπώντας τη βαλίτσα.
— …Και οι τρεις μέρες; — μπόρεσε μόνο να πει το αγοράκι.
— Η πτήση ακυρώθηκε! — φώναξαν μαζί ο άντρας και η γυναίκα.
— Ο καιρός δεν επιτρέπει πτήσεις! Δεν θα πετάξουμε πουθενά!.. Χωρίς εσένα… πουθενά!
— Πουθενά… μαμά;
Η τροφός, γυρίζοντας την πλάτη, βιαστικά ξαναέβαζε τα ρούχα από το ντουλάπι στη βαλίτσα. Οι ώμοι της έτρεμαν ελαφρά…
