Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της πεθεράς της με το δικό της κλειδί και έμεινε άναυδη απ’ όσα άκουσε…

Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της πεθεράς της με το δικό της κλειδί και έμεινε άναυδη απ’ όσα άκουσε…

Η Τατιάνα και ο Μπόρις, επιτέλους, πριν από μία εβδομάδα κατάφεραν να μετακομίσουν στο δικό τους διαμέρισμα. Παντρεύτηκαν πριν από έναν χρόνο και ζούσαν με την πεθερά της, όμως ήθελαν να φύγουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, κι έτσι κατάφεραν να πάρουν στεγαστικό δάνειο με συμφέρουσες προϋποθέσεις.

Αφού έκαναν μια μικρή ανακαίνιση σε ένα δωμάτιο, έσπευσαν να μετακομίσουν στο καινούριο τους σπίτι, αλλά δεν είχαν πάρει ακόμη όλα τα πράγματά τους από την πεθερά. Τη συνέχιζαν σιγά σιγά τις τελευταίες πινελιές της ανακαίνισης. Το διαμέρισμα ήταν γερό και περιποιημένο, αλλά ήθελαν να το προσαρμόσουν στις προτιμήσεις τους.

Γνωρίζοντας ότι η Βαλεντίνα Νικολάεβνα βρισκόταν στη δουλειά, η Τάνια, χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξε την πόρτα με το κλειδί της και μπήκε κατευθείαν στο δωμάτιο. Άρχισε να μαζεύει πράγματα, όταν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει στο σαλόνι. Η καρδιά της χτύπησε άτακτα.

Ήταν σίγουρη πως ήταν μόνη στο διαμέρισμα, αλλά άκουσε τη φωνή της πεθεράς και ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Όχι μόνο μπήκε σ’ ένα ξένο σπίτι χρησιμοποιώντας το κλειδί της, αλλά ούτε καν την είχε χαιρετήσει.

Ίσως και η ίδια η Βαλεντίνα Νικολάεβνα να μην είχε ακούσει τη νύφη της να μπαίνει. Η Τατιάνα συνήθιζε να κινείται αθόρυβα – συνήθεια από τα παιδικά της χρόνια. Δεν ήθελε να το θυμάται, αλλά άθελά της ξυπνούσαν στη μνήμη της σκόρπιες εικόνες, που την έκαναν να αισθάνεται άβολα. Την Τατιάνα την είχαν μεγαλώσει ο θείος και η θεία της.

Η μητέρα της είχε πεθάνει στη γέννα και για τον πατέρα της δεν ήξερε τίποτα. Αν η θεία της προσπαθούσε να την περιβάλλει με φροντίδα, ο θείος ήταν αυστηρός άνθρωπος. Αν έκανε κάτι λάθος ή έβγαζε άσκοπο θόρυβο, την τιμωρούσε. Συνήθως την έβαζε να στέκεται γονατιστή στη γωνία.

Σε αυτές τις τιμωρίες πρόσθετε σκόρπιο φαγόπυρο στο πάτωμα, και το κορίτσι θυμόταν καλά τον πόνο. Δεν είχε κάνει τίποτα κακό, μα και το παραμικρό σφάλμα έφερνε τιμωρία. Αν ξυπνούσε κατά λάθος τον θείο της, την περίμεναν ώρες στη γωνία.

Η Τάνια προσπαθούσε να μη βγαίνει από το δωμάτιό της, κι όταν μεγάλωσε περνούσε περισσότερο χρόνο έξω, προφασιζόμενη ότι έπρεπε να μένει στη βιβλιοθήκη για να βελτιώσει τις γνώσεις της. Μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, ζήτησε αμέσως δωμάτιο στη φοιτητική εστία και έφυγε.

Δεν άντεχε άλλο τέτοια συμπεριφορά απέναντί της. Τώρα επικοινωνούσε μόνο σπάνια με τη θεία της και ποτέ δεν την επισκεπτόταν, γιατί ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν της και να μην το ανακαλεί ποτέ ξανά. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να χαιρετήσει την πεθερά της και να ζητήσει συγγνώμη που δεν έδωσε σημάδι παρουσίας, οπότε κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, μα στάθηκε στον διάδρομο.

— Αχ, Νατάσα, όλα τα ίδια παραμένουν, δεν ξέρω πια τι να κάνω! Ο Μπόρις τώρα μετανιώνει που τότε μπλέχτηκε μαζί της, το μετανιώνει πικρά, αλλά τι να κάνει; Όταν εκφράζουμε τις σκέψεις μας, είμαστε οι κακές, τα παιδιά μας δε θέλουν να μας ακούσουν, και μόλις φτάσει η ώρα της ανάγκης, ζητούν τη συμβουλή μας. Τι να του συμβουλεύσω εγώ;

Τι είχε συμβεί με τον Μπόρις; Τελευταία ο άντρας της πράγματι φαινόταν πολύ παράξενος, συχνά βυθιζόταν στις σκέψεις του και στις ερωτήσεις της απαντούσε εκνευρισμένα ότι όλα ήταν καλά και πως δεν έπρεπε να είναι τόσο σχολαστική.

Μήπως έφταιγε εκείνη; Η γυναίκα προσπάθησε να δώσει προσοχή στα λόγια της πεθεράς. Ίσως κατάφερνε να καταλάβει τι συνέβαινε με τον άντρα της. Μήπως μετάνιωσε που την είχε παντρευτεί; Ή βρήκε κάποια άλλη;

Μήπως είχε παραστρατήσει και τώρα το μετάνιωνε; Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Δεν ήταν σωστό να κρυφακούει, αλλά πώς αλλιώς να μάθει την αλήθεια;

— Ποτέ δεν ήθελα να γίνει αυτή νύφη μου, ούτε καν να βρίσκεται δίπλα στον γιο μου. Από την αρχή φαινόταν πως δεν είχε καμία ικανότητα νοικοκυράς. Ούτε μια φορά δεν σήκωσε το δαχτυλάκι της, το σπίτι ήταν πάντα ακατάστατο.

Κι όπως μαγείρευε, μα τι φρίκη ήταν εκείνη! Ούτε γουρούνια δεν τα ταΐζεις έτσι. Τώρα κάνει την έξυπνη, παριστάνει κάτι που δεν είναι. Δεν ξέρω πραγματικά γιατί έπεσε τόσο έξω ο γιος μου.

Ακόμη κι όταν την είδα για πρώτη φορά, όλα ήταν φανερά, του είπα να μην τολμήσει να μπλεχτεί μαζί της! Και τώρα κόλλησε επάνω του σαν βδέλλα. Αυτή είναι η τύφλωση της αγάπης. Θυμάσαι πώς την κοιτούσε στην αρχή; Ήταν έτοιμος να μαλώσει μαζί μου μόνο και μόνο για να είναι μαζί της, κι όμως τώρα δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί.

Του έλεγα ότι μετά θα ήταν δύσκολο να απαλλαγεί από έναν τέτοιο άνθρωπο. Μεγάλωσε χωρίς μητρική αγάπη, δεν ήταν καθόλου τρυφερή, αλλά έμαθε να εξαπατά τους άλλους και να τους χειρίζεται προς όφελός της. Ακόμη και τώρα, ο καημένος ο γιος μου δεν ξέρει πώς να πράξει σωστά για να την απομακρύνει.

Ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται. Έτσι μιλούσε για εκείνη η πεθερά της; Αυτή ήταν η κακή νοικοκυρά; Δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του συζύγου της κι εκείνος μετάνιωνε που την παντρεύτηκε; Γιατί τότε δεν της το έλεγε κατά πρόσωπο;

Γιατί να την σχολιάζει πίσω από την πλάτη της; Αν κάτι δεν του άρεσε, δεν ήταν πιο απλό να το αλλάξουν μαζί; Η Τατιάνα ποτέ δεν κρατούσε τον άντρα της δεμένο. Δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά. Αν είχε κουραστεί κι είχε καταλάβει πως η οικογενειακή ζωή δεν ήταν για εκείνον, γιατί τότε σωπαίνει;

— Ε, λοιπόν, δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτή την κατάσταση. Έχω φτάσει στα όριά μου. Για την πίστη της ούτε που μιλώ. Τον απατάει κι έπειτα ορκίζεται αιώνια αγάπη. Νατάσα, μπορείς να καταλάβεις; Πώς βρίσκει το κουράγιο να ξεστομίζει τέτοια λόγια;

Κέρατα;… Η Τατιάνα ένιωσε να της κόβονται τα πόδια. Δεν είχε ποτέ στρέψει το βλέμμα της σε άλλους άντρες. Από τη στιγμή που άρχισε να βγαίνει με τον Μπόρις, είχε αποφασίσει να του αφιερωθεί ολοκληρωτικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Με το ζόρι της έφτανε ο χρόνος για τον ίδιο της τον σύζυγο· πώς μπορούσε κανείς να μιλά για άλλους άντρες; Τα μάτια της έκαιγαν από την προσβολή.

Δεν ήθελε να καταλάβει η πεθερά της πως είχε ακούσει τη συζήτηση. Αποφάσισε να φύγει αθόρυβα από το διαμέρισμά της, χωρίς να δώσει καμία αφορμή, και κατόπιν θα σκεφτόταν τι να κάνει. Αν όντως ήταν τόσο δυσάρεστο για τον άντρα της να ζει μαζί της, καλύτερα να χωρίσουν τώρα.

— Ήδη σκέφτηκα να της προτείνω χρήματα, για να τον αφήσει ήσυχο και να εξαφανιστεί από τη ζωή του γιου μου. Φτάνει πια να τον δηλητηριάζει και να μην τον αφήνει να κάνει ούτε βήμα με ησυχία. Είναι κι εκείνος άνθρωπος, τα νεύρα του δεν είναι από σίδερο. Αν ξεσπάσει, φοβάμαι και να φανταστώ πού θα καταλήξει η κατάσταση. Ίσως έτσι θα κάνω: θα πάω και θα της προσφέρω χρήματα. Να δούμε τι θα απαντήσει.

Εκείνοι με τον άντρα της ποτέ δεν μαλώνανε, η Τατιάνα δεν του επιβαλλόταν ούτε τον γκρίνιαζε. Τι, λοιπόν, έκανε τόσο λάθος ώστε η πεθερά της να παραπονιέται γι’ αυτήν στην φίλη της; Δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο. Έπρεπε να μιλήσει ανοιχτά με τον Μπόρις και να τον ρωτήσει τι ακριβώς τον ενοχλούσε. Αν στ’ αλήθεια ήθελε να χωρίσουν, τότε έτσι έπρεπε να γίνει.

Είχαν πληρώσει μόνο ένα μικρό μέρος του δανείου, παιδιά δεν υπήρχαν ακόμη. Μπορούσαν να λύσουν τα πάντα ειρηνικά. Μα πώς να πάρει αποφάσεις όταν η καρδιά της σκιζόταν και ήθελε να κλάψει δυνατά από την πίκρα; Η Τατιάνα αγαπούσε τον άντρα της. Την πονούσε που αυτό το συναίσθημα δεν ήταν αμοιβαίο, κι η πεθερά…

…Η Τάνια την είχε δει σαν μητέρα. Της είχε εμπιστευθεί τον εαυτό της, είχε χαρεί που η πεθερά την είχε δεχθεί και τη στήριζε σε όλα. Δεν της περνούσε ποτέ από το μυαλό ότι στην πραγματικότητα εκείνη θα έλεγε τέτοια πράγματα πίσω από την πλάτη της.

Στα βάθη της ψυχής της ήλπιζε πως είχε βρει μια αληθινή οικογένεια, που την αγαπούσε, όμως τώρα όλες αυτές οι σκέψεις διαλύθηκαν. Μπορούσε άραγε να μιλά κανείς για οικογενειακούς δεσμούς σ’ αυτή την κατάσταση;

Βγαίνοντας ήσυχα από το διαμέρισμα της πεθεράς της, ξεχνώντας τελείως τα πράγματα που σκόπευε να πάρει, η Τατιάνα πήγε στο σπίτι. Μα τώρα αμφέβαλλε – μπορούσε να θεωρεί αυτό το διαμέρισμα σπίτι της; Αφού ο άντρας της παραπονιόταν στη μητέρα του για εκείνη, σήμαινε πως ήδη σκεφτόταν πώς να απαλλαγεί από τη σύζυγο. Η Τατιάνα έπρεπε απλώς να προετοιμαστεί για το αναπόφευκτο.

Όταν ο Μπόρις γύρισε από τη δουλειά, η γυναίκα έσπευσε να τον ρωτήσει πώς πήγε η μέρα του, αν όλα ήταν καλά, αλλά εκείνος απλώς της έκανε νόημα με το χέρι, παραπονέθηκε για την κούραση και είπε πως ήθελε να κοιμηθεί.

— Δηλαδή έτσι; Αποφάσισες να αποστασιοποιηθείς από μένα; — ψιθύρισε η Τατιάνα…

Θα ήταν καλύτερα αν ο άντρας της τής είχε μιλήσει ανοιχτά, αντί να παίζει το παιχνίδι της σιωπής. Το πρωί, η γυναίκα ετοίμασε πρωινό. Είχε αποφασίσει να μιλήσει με τον αγαπημένο της, να τον ρωτήσει κατευθείαν – τι ακριβώς δεν τον ικανοποιούσε στη σχέση τους.

— Τι είναι αυτά που λες; Πότε σου είπα ότι κάτι δε μου αρέσει; Όλα είναι μια χαρά. Μου αρέσουν όλα. Σταμάτα να φαντάζεσαι ανοησίες και να ψάχνεις προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν. Ποτέ δεν είχα προσέξει κάτι τέτοιο σε σένα. Με απογοητεύεις μ’ αυτά που λες, — ξέσπασε ο Μπόρις, πετάγοντας από το τραπέζι.

Το βράδυ ο άντρας έφερε λουλούδια και ζήτησε συγγνώμη από τη σύζυγό του. Είπε ότι, αν με τη συμπεριφορά του την είχε κάνει να νομίσει πως κάτι τον ενοχλούσε, ήθελε να επανορθώσει. Η Τατιάνα τον παρακάλεσε να είναι ειλικρινής μαζί της, να λύνουν όλα τα προβλήματα που προκύπτουν μέσα στην οικογένεια, χωρίς να αναμειγνύουν την πεθερά.

— Μήπως πρόλαβε η μητέρα μου να σου πει κάτι; Εγώ δε νομίζω να παραπονέθηκα για σένα. Παράξενο. Θα τη ρωτήσω τι της ήρθε στο μυαλό.

— Μην το κάνεις, — τον σταμάτησε η Τατιάνα. – Απλώς να είσαι ειλικρινής μαζί μου. Αν κάποτε κουραστείς από τη σχέση, πες το καθαρά. Δεν πρέπει να τα κρατάμε μέσα μας και να τα συσσωρεύουμε. Για κάθε δυσαρέσκεια πρέπει να μιλάμε ανοιχτά, για να μη γίνει ο γάμος μια βασανιστική δοκιμασία.

Ο Μπόρις υποσχέθηκε ότι θα είναι ειλικρινής με τη γυναίκα του, αλλά η Τατιάνα δεν έπαυε να ανησυχεί, γιατί εκείνος φερόταν παράξενα· καμιά φορά μιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο κι ύστερα έδειχνε αναστατωμένος. Κι αυτή η συζήτηση της Βαλεντίνας Νικολάεβνας με τη φίλη της δεν έβγαινε από το μυαλό της. Ήταν σίγουρη ότι παραπονιόταν για τη νύφη της. Τα λόγια δεν μπορούσες να τα βγάλεις από το πλαίσιο. Και δεν παραπονιόταν χωρίς λόγο. Η Τατιάνα δεν έβρισκε ησυχία, γιατί δεν υπήρχε τίποτα χειρότερο γι’ αυτήν από την αβεβαιότητα. Όταν δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση αύριο, γίνεται δύσκολο ακόμα και να ανασάνεις. Ο σύζυγος επέμενε ότι αγαπούσε τη γυναίκα του και ότι όλα τον ικανοποιούσαν, όμως η νευρικότητά του δεν έλεγε να τον αφήσει. Η Τατιάνα όλο σκεφτόταν σε τι οφειλόταν αυτό. Αν όλα τον ικανοποιούσαν, μήπως η πεθερά τον πίεζε και τον ανάγκαζε να στραφεί εναντίον της;

Όταν η Βαλεντίνα Νικολάεβνα ήρθε επίσκεψη, η Τατιάνα δεν άντεξε άλλο να σιωπά. Κοιτάζοντας την πεθερά στα μάτια, της έθεσε ευθέως την ερώτηση που την βασάνιζε μέρες τώρα:

— Μήπως μου φέρατε χρήματα, για να αφήσω τον γιο σας ήσυχο;

— Χρήματα; Τι χρήματα είναι αυτά; Και τι λόγια είναι αυτά; Γιατί να σου δώσω χρήματα, για να αφήσεις τον γιο μου;

Η Βαλεντίνα Νικολάεβνα φάνηκε πολύ έκπληκτη, λες και δεν ήταν εκείνη που είχε πει όλα εκείνα στο τηλέφωνο, αλλά η Τατιάνα είχε κουραστεί να σωπαίνει. Καταλάβαινε ότι, αν κρατούσε ακόμα λίγο μέσα της όσα την έπνιγαν, θα γινόταν χειρότερα.

— Αυτό ακριβώς ήθελα κι εγώ να σας ρωτήσω. Δεν αντέχω άλλο τη σιωπή, γιατί ξέρω ότι όσο περισσότερο το κρατάω μέσα μου, τόσο πιο δύσκολο γίνεται. Άκουσα τη συνομιλία σας στο τηλέφωνο. Τότε είχα έρθει να πάρω μερικά πράγματα, νόμιζα πως λείπατε στη δουλειά και δεν περίμενα καθόλου να ακούσω όλα αυτά. Λέγατε πόσο δύσκολα περνά ο γιος σας με μια γυναίκα σαν κι εμένα, θέλατε να της προτείνετε χρήματα για να απαλλαγείτε από μένα. Γι’ αυτό αποφάσισα να ρωτήσω – για αυτό ήρθατε τώρα;

Η Βαλεντίνα Νικολάεβνα κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. Πήρε την Τατιάνα από τα χέρια και κάθισε δίπλα της στον καναπέ.

— Δεν μιλούσα καθόλου για σένα. Πώς θα μπορούσα; Σε αγαπώ σαν να είσαι κόρη μου. Ξέρεις καλά πώς σε αντιμετωπίζω. Κι ο Μπόρις σ’ αγαπάει με όλη του την καρδιά. Η κουβέντα αφορούσε μια άλλη γυναίκα. Τη λένε Μαρίνα. Ο άντρας σου σού είχε πει ότι σκόπευε να παντρευτεί πριν σε γνωρίσει, αλλά έμαθε ότι η αγαπημένη του είχε άλλους άντρες και χώρισε μαζί της. Τώρα έτυχε να επιστρέψει στην πόλη. Πιθανόν ψάχνει για νέο θύμα, κι εν τω μεταξύ αποφάσισε ξανά να ενοχλήσει τον γιο μου και να του χαλάσει τη ζωή.

Τον απειλεί ότι θα βρει τρόπο να σε συναντήσει και να σου πει κάθε λογής κακίες· δεν τον αφήνει σε ησυχία, σχεδόν κάθε μέρα τον περιμένει έξω από τη δουλειά, αν και εκείνος δεν της δίνει σημασία. Τον έχει στριμώξει τόσο που δεν ξεκολλάει από πάνω του. Ο Μπόρις ανησυχεί. Δεν θέλει να ταραχτείς άδικα, ούτε επιθυμεί να βρεθείς μ’ αυτή την εμμονική γυναίκα. Ήθελα να της προτείνω χρήματα, αλλά ο γιος μου το απαγόρευσε. Μου είπε ότι θα απευθυνθεί στην αστυνομία, αν δεν τον αφήσει ήσυχο.

Η Τατιάνα αναστέναξε με ανακούφιση. Είχε φτιάξει στο μυαλό της τόσα σενάρια, είχε σκεφτεί ακόμη και να χωρίσει τον άντρα της, πώς θα ζούσε χωρίς εκείνον, κι όλα αποδείχθηκαν τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι είχε φανταστεί.

Αφού τα ξεκαθάρισε όλα με την πεθερά της κι αφού ζήτησε συγγνώμη που, από αποσπασματικά λόγια, είχε βγάλει λανθασμένα συμπεράσματα και είχε σκεφτεί άσχημα για τη Βαλεντίνα Νικολάεβνα, η Τατιάνα υποσχέθηκε ότι στο εξής θα είναι διαφορετικά. Αν ποτέ υπάρξει κάποια ασάφεια, θα μιλά ευθέως και δε θα την κρατά στην καρδιά της.

Η Τατιάνα μίλησε και με τον άντρα της, λέγοντάς του πως έμαθε για την επιστροφή της πρώην του. Έσπευσε να τον καθησυχάσει και να τον διαβεβαιώσει ότι κανένας λόγος αυτής της γυναίκας δεν θα την σοκάρει ούτε θα την κάνει να αμφισβητήσει τον σύζυγό της. Ο Μπόρις αναγκάστηκε τελικά να απευθυνθεί στην αστυνομία, για να απαλλαγεί από την παρενόχληση και τις απειλές εκείνης που είχε αφήσει στο παρελθόν. Η Μαρίνα έφυγε για άλλη πόλη και δεν προκάλεσε ξανά προβλήματα, ενώ ο γάμος τους έγινε πιο δυνατός. Αφού πήρε το μάθημά της, η Τατιάνα πλέον έλυνε όλα τα θέματα εξ αρχής, χωρίς να αφήνει τις αμφιβολίες να ριζώσουν στην καρδιά της.

Rating
( 1 assessment, average 5 from 5 )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY