— Έλα, έλα, μην καθυστερείς! Πάρε τις βαλίτσες σου και δρόμο από εδώ! Εδώ τώρα θα ζήσουμε εμείς, εγώ και η γυναίκα μου με τα παιδιά, — είπε θαρραλέα ο Νικολάι.

— Τι θα πει εσείς; Με ποιο δικαίωμα; Αυτό το σπίτι είναι δικό μου! Με τον νόμο. Η διαθήκη είναι γραμμένη υπέρ μου και το ξέρεις πολύ καλά, — είπε ήρεμα όσο μπορούσε η Λαρίσα.
— Ε, και λοιπόν! Μπορώ άνετα να το αμφισβητήσω στο δικαστήριο, απλώς δεν θέλω να μπλέξω! Είσαι μόνη σου, Λάρκα, μια γριά μοναχική γυναίκα! Γιατί να χρειάζεσαι εσύ μόνη ένα τέτοιο σπίτι, σκέψου το. Πήγαινε να ζήσεις με τη μάνα σου! Εμείς όμως έχουμε οικογένεια, παιδιά. Και ποιος έχει ηθικά το δικαίωμα να ζει εδώ; Φυσικά, εγώ και η Λίντα.
Σήμερα η Λαρίσα γυρνούσε αργά από την πόλη προς το σπίτι. Εκεί τυχαία συνάντησε την παλιά της φίλη, τη Ράισα, με την οποία πριν είκοσι χρόνια σπούδαζαν μαζί στη νοσηλευτική σχολή.
Οι πρώην φίλες έπιασαν κουβέντα, η Ράισα την κάλεσε σπίτι της, της έδειξε πώς ζούσε, τη γνώρισε με την οικογένειά της. Και η Λαρίσα, που έμεινε μέχρι αργά στη φίλη της, παραλίγο να χάσει το τελευταίο λεωφορείο που έφευγε για το χωριό Ρασσιπνόγε.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η γυναίκα δεν βιαζόταν και τόσο να γυρίσει. Στο μεγάλο σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της, τη Μάρφα, δεν την περίμενε κανείς. Παρά την ώριμη ηλικία της, δεν είχε οικογένεια.
Έτσι είχε γίνει ώστε στα τριάντα εφτά της να είναι εντελώς μόνη. Όχι, η Λάρα δεν ήταν γεροντοκόρη. Μετά από έναν σύντομο γάμο που κράτησε μόλις μερικούς μήνες, η Λαρίσα δεν ήθελε πια ούτε να ακούσει για σχέσεις. Τον γάμο της τον θεωρούσε λάθος και την προδοσία του Βιτάλι, που την αντάλλαξε με μια αλλοτινή επισκέπτρια από την πόλη, την ξεπέρασε δύσκολα και επίπονα.
Και ο δεύτερος λόγος ήταν πως στο μικρό τους χωριό δεν υπήρχε κανείς με τον οποίο θα μπορούσε να χτίσει μια νέα σχέση που να οδηγούσε σε οικογένεια. Και άλλου είδους σχέσεις η σωστά μεγαλωμένη και σεμνή Λαρίσα δεν επιθυμούσε.
Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο κοντά στο τοπικό μπακάλικο, που βρισκόταν παρέα με το δημαρχείο και το ταχυδρομείο, αποφάσισε να αγοράσει κάτι για το βραδινό. Της ήρθε όρεξη να κακομάθει τον εαυτό της με κάτι νόστιμο. Και παρόλο που ο δρόμος είχε ήδη παραδοθεί σιγά σιγά στα σούρουπα — το φθινόπωρο νύχτωνε νωρίς — η Λαρίσα αποφάσισε να μην βιαστεί να επιστρέψει.
Το ελαφρύ, αναζωογονητικό κρύο ήταν ευχάριστο μετά το αποπνικτικό λεωφορείο. Ο αέρας, γεμάτος αρώματα του ερχόμενου χειμώνα, της γύριζε ελαφρά το κεφάλι. Ήθελε να περπατά στη γνώριμη οδό και να αναπνέει αυτή τη φρεσκάδα.
Εκείνη τη στιγμή η Λαρίσα σκεφτόταν πως γενικά δεν είχε λόγο να παραπονιέται για τη μοίρα της. Ναι, δεν είχε άντρα, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Αλλά μήπως ήταν η μόνη; Κοίτα πόσες γυναίκες ζουν στο Ρασσιπνόγε χωρίς άντρες. Και ζουν μια χαρά. Δουλεύουν, μεγαλώνουν παιδιά, τα βγάζουν πέρα και χωρίς συζύγους.
Το κυριότερο είναι να έχεις υγεία. Και σ’ αυτό ο Θεός δεν αδίκησε τη Λαρίσα. Και επάγγελμα είχε — δούλευε ως νοσηλεύτρια στο τοπικό ιατρείο. Πράγμα που σήμαινε σταθερό μισθό, έστω και μικρό. Και σπίτι είχε πια. Δικό της, προσωπικό. Η γιαγιά Μάρφα της το άφησε στη διαθήκη, στην αγαπημένη της εγγονή, τη Λαρίσα.
Και πρόσφατα της ήρθε μια ιδέα, μάλιστα ένα σχέδιο, που ήθελε πάση θυσία να πραγματοποιήσει. Και η σκέψη αυτή, από τη στιγμή που φώλιασε στο μυαλό της μοναχικής Λαρίσας, δεν την άφηνε πια.
«Ναι, έτσι ακριβώς θα κάνω. Και τότε δεν θα είμαι πια μόνη. Και η άδεια ζωή μου επιτέλους θα βρει νόημα», έπειθε τον εαυτό της πως η απόφασή της ήταν σωστή.
Σήμερα είχε πάει στην πόλη για να αρχίσει να μαζεύει τα έγγραφα για υιοθεσία. Πρόσφατα είχε επισκεφτεί ένα ορφανοτροφείο και από ’κεί έφυγε με ένα καινούριο όνειρο που της ζέστανε την καρδιά.
Τόσα ορφανά παιδιά υπάρχουν στον κόσμο, κι εκείνη ζει μόνη. Νέα, υγιής, με τόση αγάπη αναξιοποίητη. Γινόταν άραγε, μετά από όσα είδε στο ίδρυμα, να συνεχίσει να ζει όπως πριν; Όχι, σίγουρα η Λαρίσα θα έπαιρνε ένα αγόρι ή ένα κορίτσι να αναθρέψει.
Ναι, η γυναίκα καταλάβαινε πως ήταν υπεύθυνο βήμα. Ακόμα και η μητέρα της αντέδρασε εχθρικά στην απόφαση της κόρης της.
— Τι σκέφτηκες, Λαρίσα; Τι να τον κάνεις τον ξένο; Μπορείς να γεννήσεις μόνη σου, είσαι αρκετά νέα, σήμερα και μετά τα σαράντα κάνουν παιδιά, κι εσύ είσαι μόλις τριάντα εφτά. Γιατί με ντροπιάζεις μπροστά στον κόσμο, αυτό εδώ είναι χωριό, όχι πόλη. Ούτε να το σκέφτεσαι.
— Και πώς σε ντροπιάζω, μαμά; — απόρησε η κόρη.
— Ρωτάει κιόλας! Η Λίντα, η μικρότερη αδερφή σου, τα ’χει προλάβει όλα — και δεύτερη φορά παντρεύτηκε, και τρία παιδιά έκανε. Κι εσύ είσαι λες και δεν ανήκεις σ’ αυτόν τον κόσμο. Τι άνθρωπος είσαι, Λαρίσα! Δεν μπόρεσες να ζήσεις με τον άντρα…
— Μαμά!
— Τι μαμά; Τι; Ε, έκανε τότε κουτσουκέλα ο Βιτάλικ, πήγε με άλλη. Σιγά το κακό! Σχεδόν όλοι το κάνουν. Μεγάλη υπόθεση! Γιατί να διώξεις αμέσως έναν τόσο καλό άντρα; Αν οι γυναίκες στο χωριό μας έδιωχναν τους άντρες τους κάθε φορά γι’ αυτό, δεν θα είχε μείνει κανένας παντρεμένος εδώ, — είπε κυνικά στη θυγατέρα της η μητέρα.
— Μαμά, γιατί τα λες αυτά; Είναι παρελθόν, τελείωσε, ξέχνα το, — απάντησε λυπημένη η Λαρίσα.
— Αν δεν τον είχες διώξει τον Βιτάλικ, τώρα θα μεγάλωνες τα δικά σου παιδιά. Θα τελείωναν τώρα το σχολείο! Αντί γι’ αυτό σκέφτηκες χαζομάρες — να πάρεις παιδί από ορφανοτροφείο! Στην τελική, αν έσφιγγες λίγο τα λουριά, θα έκανες μια σχέση με κάποιον. Ο Γκένκα Λεόντιεφ λιώνει για σένα, το ξέρεις, Λάρα.

Και ο παλιός σου συμμαθητής, ο Πετράκης ο Χοροχόριν από την πρωτεύουσα, έρχεται καμιά φορά επίσκεψη. Θυμάμαι πως του άρεσες τότε. Τι σε μαθαίνω σαν μικρή; Δείξε λίγη γυναικεία πονηριά, και θα αποκτήσεις το δικό σου παιδί. Δεν θα χρειαστεί να πάρεις ξένο.
— Όχι, μαμά. Δεν θέλω έτσι… Είναι άλλο πράγμα να είναι από αγάπη και άλλο έτσι, σαν τα σκυλιά, μόνο και μόνο για να γίνει ένα παιδί. Αυτό δεν είναι για μένα, — σκεφτόταν η Λαρίσα.
— Α, και να πάρεις ξένο παιδί είναι σωστό, ε; Αυτό σου ταιριάζει; Και πώς ξέρεις εσύ ποιοι ήταν οι γονείς του; Τι κληρονομικότητα έχει αυτό το παιδί, — επέμενε η μητέρα της.
— Τα έχω αποφασίσει όλα, και δεν χρειάζεται να με αποτρέπεις, — είπε αποφασιστικά η Λαρίσα.
Όταν πέθανε η γιαγιά Μάρφα και αποδείχτηκε πως το μεγάλο ξύλινο σπίτι της, που είχε χτίσει κάποτε ο σύζυγός της, ο Φιόντορ, το άφησε στη διαθήκη στη Λαρίσα, όλοι οι συγγενείς έμειναν έκπληκτοι. Και, να το πούμε ήπια, πολύ δυσαρεστημένοι.
— Και γιατί σε εκείνη; — αγανακτούσε η μικρότερη αδερφή, η Λίντια. — Δηλαδή τι; Είναι καμιά ξεχωριστή αυτή; Εγώ έχω τρία παιδιά, και εγώ και ο Νικολάι στριμωχνόμαστε σ’ ένα χαμόσπιτο, κι ακόμα μαζί με τη μάνα του! Και στη Λαρίσα, μόνη της, ολόκληρο σπίτι! Πού είναι η δικαιοσύνη; Η γιαγιά μας είχε χάσει τα λογικά της στο τέλος της ζωής, γι’ αυτό έκανε τέτοια τρέλα!
— Έπρεπε όμως να πηγαίνεις καμιά φορά να τη βλέπεις. Σ’ είχα προειδοποιήσει ότι η πεθερά μου είχε δύσκολο χαρακτήρα, κι έτσι μας εκδικήθηκε, — μάλωσε τη μικρότερη κόρη της η μητέρα της Λαρίσας. — Η Λάρα ήταν πιο έξυπνη από σένα· γύρω από τη γιαγιά όλο τριγυρνούσε. Οι άλλοι εγγονοί ούτε λόγος — κοντεύουν δεκαπέντε χρόνια που δεν την επισκέφτηκαν. Έτσι η Λαρίσα μας έγινε η αγαπημένη της εγγονή.
— Ωραία τα λες! Και πότε να πήγαινα και στη γιαγιά; Έχω τρία μικρά παιδιά! Ξέρεις πόση φασαρία και δουλειά; — δεν σταματούσε να φωνάζει η Λίντια. — Γριά τρελή! Καλά έκανα που δεν την αγαπούσα και δεν πήγαινα! Δεν την άντεχα καθόλου. Τέλος πάντων, μόλις γυρίσει ο Κολιάν μου από τα μεροκάματα, θα αποκαταστήσουμε τη δικαιοσύνη! Σ’ το υπόσχομαι, μαμά.
— Άντε ηρέμησε. Μας λείπουν μόνο τα προβλήματα με την αστυνομία. Όλα είναι νόμιμα, το σπίτι είναι της Λάρας, και δεν μπορείς να τα βάλεις με τον νόμο, — είπε ενοχλημένη η μητέρα της.
Αλλά η μικρότερη αδερφή της Λαρίσας δεν σκόπευε καθόλου να ανεχτεί αυτή την κραυγαλέα αδικία. Και οι κουβέντες ανάμεσα στους συζύγους για το ότι το σπίτι της γιαγιάς έπρεπε να είναι δικό τους έγιναν πλέον καθημερινές.
— Λιντούσα, πες μόνο μια κουβέντα, κι εγώ τη Λάρα σου τη βγάζω έξω απ’ το σπίτι σε ένα λεπτό, — υποσχόταν με σιγουριά ο Νικολάι. — Μόλις γυρίσω απ’ τη βάρδια, θα της ζητήσουμε ευγενικά να αδειάσει το σπίτι. Κι αν δεν καταλάβει ευγενικά, θα της το πούμε αλλιώς. Εσύ στο μεταξύ ετοιμάσου για μετακόμιση, αγαπητή μου.
Έκτοτε, ο σύζυγος κάθε τόσο υπενθύμιζε στη γυναίκα του ότι σύντομα θα ζούσαν στο μεγάλο σπίτι της γιαγιάς, αφήνοντας το στενό σπιτάκι της πεθεράς.
Περπατώντας αργά στους απογευματινούς δρόμους, η Λαρίσα κοιτούσε με μια γλυκόπικρη μελαγχολία τα φωτισμένα παράθυρα των γνωστών σπιτιών. Σκεφτόταν πως πίσω από το καθένα ζει η ευτυχία κάποιου άλλου· μέσα στη ζεστασιά αντηχούν παιδικά γέλια, οι σύζυγοι συζητούν τα προβλήματά τους και κάνουν σχέδια. Ενώ εκείνη… δεν την περίμενε κανείς. Κανείς — κι αυτό πονούσε πολύ. Μα σύντομα όλα θα άλλαζαν!
Όταν, βυθισμένη στις σκέψεις της, έστριψε στο στενό όπου βρισκόταν το σπίτι της, σταμάτησε από την έκπληξη. Σε όλα τα παράθυρα φώτα αναμμένα — πράγμα πολύ παράξενο.
«Τι να κάνω τώρα; Μάλλον πρέπει να καλέσω την αστυνομία, γιατί κανέναν δεν περίμενα. Άλλωστε, σε κανέναν δεν είχα δώσει κλειδί του σπιτιού», συλλογιζόταν ταραγμένη.
Προβλέποντας μάλλον κάτι τέτοιο από τη συγγένειά της, η Λαρίσα δεν είχε αφήσει τα κλειδιά σε κανέναν.
Καθώς πλησίαζε, είδε στη λάμψη του παραθύρου τη σκιά της Λίντιας, που κρατούσε τον μικρό της γιο.
— Δεν μπορεί! Μήπως αυτοί με τον Κόλια τόλμησαν να το κάνουν; — δεν πίστευε στα μάτια της η Λαρίσα. — Τι ντροπή! Τι φρίκη!
Αναστέναξε βαριά, φανταζόμενη τον καβγά που ερχόταν. Γιατί η αδερφή της με την οικογένειά της δεν είχαν έρθει για επίσκεψη· πρώτα είχαν σπάσει την κλειδαριά. Έτσι δεν πάνε οι επισκέπτες. Μαζί με τον αναιδή άντρα της είχαν εισβάλει στην ιδιοκτησία της. Και το έκαναν με έναν μόνο σκοπό — να μείνουν να ζήσουν εκεί. Είχαν φέρει και τα παιδιά τους και, το πιθανότερο, ήδη είχαν μεταφέρει και τα πράγματά τους όσο εκείνη ήταν στην πόλη.
Γνωρίζοντας τον καβγατζή χαρακτήρα της μικρής αδερφής της και τον εξίσου εκρηκτικό άντρα της, η Λαρίσα αποφάσισε να μη ριχτεί στη φωτιά. Η καλύτερη λύση ήταν να ζητήσει βοήθεια.
— Αλλό, Νατιούσα, γεια σου! — κάλεσε τον αριθμό της συγχωριανής και φίλης της πολλών ετών. — Πες μου, μήπως έχεις το τηλέφωνο του καινούριου αστυνόμου μας; Το είχες κάπου; Σε παρακαλώ, ψάξε το, το χρειάζομαι επειγόντως. Ναι, ναι, για μένα είναι! Θα σου πω μετά, τώρα δεν έχω χρόνο. Περιμένω!
Η γυναίκα έκλεισε και περίμενε το μήνυμα με τον αριθμό. Πριν λίγο καιρό είχε έρθει επιτέλους στο χωριό ένας αστυνόμος, που όλοι περίμεναν με ανυπομονησία. Κανείς δεν ήθελε να διοριστεί εκεί, κι έτσι για πολύ καιρό η τάξη στο Ρασσιπνόγε κρατιόταν μόνο με την τιμιότητα των κατοίκων.
Χτύπησε μήνυμα, και η Λαρίσα, με μια αχτίδα ελπίδας, πληκτρολόγησε τον αριθμό που της έστειλε η φίλη της. Όμως στην άλλη άκρη δεν ακουγόταν τίποτα. Πρώτα υπήρχαν παρατεταμένοι ήχοι κλήσης, κι έπειτα μια ηλεκτρονική φωνή είπε πως ο αριθμός δεν απαντά ή είναι εκτός δικτύου.
— Ε, ωραία… Ήθελα να ζητήσω βοήθεια, αλλά φαίνεται πως, όπως πάντα, θα πρέπει να τα κάνω όλα μόνη μου, — είπε λυπημένα η Λαρίσα. — Όπως πάντα, δηλαδή. Τι με εκπλήσσει;
Τη στιγμή εκείνη χτύπησε το τηλέφωνο — ήταν η Νάτια.
— Αλλό, Λαρίτσα μου, τι γίνεται εκεί; Κατάφερες να βρεις τον Ευγένιο Λεονίδη; — ρώτησε περίεργα.
— Ποιος είναι αυτός; — εκπλήχθηκε η Λαρίσα.
— Μα πώς ποιος; Ο αστυνόμος! Σου τ’ έστειλα τώρα τον αριθμό του. Τον πήρες ή όχι;
— Όχι, δεν απαντά. Δεν έχει καιρό για τα δικά μου προβλήματα τώρα, θα έχει πιο σημαντικά. Θα τα λύσω μόνη μου, — απάντησε μοιρολατρικά η Λαρίσα.
— Και τι σου έγινε; Δεν μας τα είπες. Η Λίντια πάλι καμιά απάτη; — επέμενε περίεργη η Νάτια.
— Άχ, τίποτε πια! Ο Νικολάι και η Λίντια, από τα λόγια πέρασαν στις πράξεις. Εγκαταστάθηκαν στο σπίτι μου όσο ήμουν στην πόλη.
— Αλήθεια; Τι θρασύδειλοι! Και πώς τόλμησαν; Αυτό είναι ποινικό αδίκημα. Δεν θα γλιτώσουν με καμία δικαιολογία τύπου «πήρα το σπίτι της γιαγιάς», δεν ισχύει.
— Εντάξει, Νάτυσα, θα πάω να τους βγάλω έξω. Θα τα κάνω μόνη μου. Έξω ήδη κάνει κρύο, και ποιον να περιμένω; Κανείς δεν θα βοηθήσει, — είπε λυπημένα η γυναίκα.
— Κράτα γερά! — φώναξε ζωηρά η Νάτια και έκλεισε.
Μπαίνοντας στο σπίτι που ήταν γεμάτο φως και παιδικές φωνές, η Λαρίσα αρχικά πάγωσε. Η Λίντια με τον άντρα της είχαν πράγματι μεταφέρει όλα τους τα πράγματα εκεί. Μερικά είχαν ήδη ξεπακεταριστεί, ενώ άλλα ήταν ακόμη σε σακούλες και τεράστια μπαούλα δίπλα στην είσοδο.
— Α, ήρθες κι εσύ! — ξεφώνισε η Λίντια μόλις είδε την αδελφή της, έτοιμη για άμυνα. — Μην αρχίζεις, σε παρακαλώ. Μην το κάνεις! Κι εσύ καταλαβαίνεις ότι έτσι είναι σωστό. Είναι δίκαιο.
— Σωστό; Δίκαιο;; — απορούσε η Λαρίσα. — Πώς, λοιπόν; Γιατί σπάσατε την κλειδαριά; Θα καλέσω αμέσως την αστυνομία και θα κινηθείτε νομικά. Το καταλαβαίνετε αυτό;
— Τι νομική; — φώναξε ο γαμπρός, εμφανιζόμενος μπροστά στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού με φανέλα, πλαδαρό αθλητικό παντελόνι και λαϊκά παντόφλες. Φαίνεται πως ήδη είχε βρει τον ρόλο του «νοικοκύρη». — Αυτό είναι το σπίτι της γιαγιάς της! Κι η γυναίκα μου θα ζήσει εδώ! Αυτή και η οικογένειά της…

Ο Νικολάι έδειχνε επιδεικτικά με το χέρι του τη γυναίκα του, λες και η Λαρίσα δεν ήξερε πως η γιαγιά Μάρφα ήταν κοινή τους συγγενής.
— Αυτό το σπίτι η γιαγιά το άφησε σε μένα, — απάντησε ήρεμα, κοιτάζοντας την εξαγριωμένη αδερφή της κι όχι τον γαμπρό, που ήδη ετοιμαζόταν για καυγά.
— Ε, δε με νοιάζει. Μάζεψέ τα και φύγε από ’δώ! Τώρα εδώ ζούμε εμείς, εγώ, η γυναίκα μου και τα παιδιά, — συνέχισε προκλητικά ο Νικολάι.
— Αυτό το σπίτι είναι δικό μου. Με τον νόμο. Η διαθήκη γράφτηκε υπέρ μου, — είπε η Λαρίσα, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, αλλά πιο δυνατά αυτή τη φορά.
— Εσύ είσαι μόνη! Μια Λαρίσκα μοναχική και όχι πια νέα. Ούτε έχεις οικογένεια, ούτε θα αποκτήσεις! Πήγαινε στη μάνα σου να ζήσεις εκεί! Εμείς έχουμε οικογένεια, παιδιά — λοιπόν, ποιος δικαιούται ηθικά να μείνει εδώ; Εμείς φυσικά! — της επιτέθηκε ο ξεδιάντροπος γαμπρός, προσπαθώντας να την πληγώσει όσο περισσότερο μπορούσε. — Τα πράγματά σου η Λίντα ήδη τα μάζεψε. Εκεί, στη βαλίτσα και στη σάκα. Πάρε τα και δρόμο! Άντε, άντε!
— Δεν πρόκειται να φύγω, — είπε η Λαρίσα, κάνοντας ένα βήμα πίσω μπροστά στον επιθετικό άντρα που την περικύκλωνε σχεδόν.
— Θα φύγεις, και παραθα φύγεις! — φώναξε ο Νικολάι και σήκωσε το χέρι του έτοιμος να τη χτυπήσει.
Μα εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι απροσδόκητο. Η Λαρίσα δεν κατάλαβε αμέσως τι ακριβώς γινόταν.
Ξαφνικά πίσω της άνοιξε απότομα η πόρτα κι ακούστηκε μια ανδρική φωνή:
— Σταματήστε αμέσως αυτό το χουλιγκανισμό! Τι νομίζετε ότι κάνετε εδώ;
— Ωχ! Δόξα τω Θεώ, προλάβαμε! — ξεφώνισε λαχανιασμένη η Ναντέζντα, που μπήκε στο σπίτι ακολουθώντας τον αστυνόμο.
— Τι συμβαίνει εδώ; — ρώτησε ο αστυνομικός με επίσημο ύφος. — Αυτή η κυρία εδώ, — είπε δείχνοντας τη Ναντέζντα, — υποστηρίζει πως στο σπίτι αυτό έγινε παράνομη κατάληψη ξένης κατοικίας. Τι έχετε να πείτε επ’ αυτού;
— Όχι, μα τι λέτε, κύριε αξιωματικέ! — είπε αμέσως ο Νικολάι με εντελώς διαφορετικό τόνο, ενώ τα μάτια του έτρεμαν από φόβο. — Όλοι συγγενείς είμαστε εδώ! Ποια κατάληψη; Τι λέτε; Καμία κατάληψη…
— Θα το δούμε, — απάντησε ψύχραιμα ο Γεβγκένι Λεονίντοβιτς. — Κατ’ αρχάς, δείξτε μου τα διαβατήριά σας και τα έγγραφα του σπιτιού. — Κι εσάς, Ναντέζντα, σας ευχαριστώ για την έγκαιρη ειδοποίηση.
— Μα τίποτα, για την αλήθεια μόνο. Ξέρω τι είχαν στο νου τους αυτοί εδώ: να αφήσουν τη Λαρίτσα χωρίς σπίτι! Μα αυτό είναι άδικο, παράνομο! — είπε δυνατά η γυναίκα, ρίχνοντας μια νικηφόρα ματιά στη Λίντια και τον άντρα της.
Όταν ο αστυνομικός, αφού έλεγξε τα έγγραφα, διέταξε τους θρασείς καταληψίες να φύγουν αμέσως, η Λίντια έπαθε υστερία. Ούρλιαζε πως είναι άδικο, πως θα κάνει μήνυση και ότι το δικαστήριο θα δώσει το σπίτι στη δική της οικογένεια, που έχει τρία παιδιά.
— Κάντε μήνυση, είναι δικαίωμά σας. Τώρα, όμως, μαζέψτε τα πράγματά σας και φύγετε αμέσως από το ξένο σπίτι, — διέταξε αυστηρά ο αστυνομικός.
— Εγώ πάλι θα το πάρω από σένα! Θα κερδίσω τη δικαιοσύνη και θα πεταχτείς από δω σαν φελλός! — φώναζε η μικρότερη αδελφή, κοιτώντας τη Λαρίσα.
Όταν επιτέλους η Λίντια με τον άντρα και τα παιδιά της έφυγαν, αφήνοντας το σπίτι στη νόμιμη κληρονόμο του, η Λαρίσα αναστέναξε με ανακούφιση.
— Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε αστυνόμε! Και εσένα, Νάντια μου, επίσης. Χωρίς εσάς δεν θα τα είχα καταφέρει, — είπε η γυναίκα κουρασμένα.
Ο Γεβγκένι Λεονίντοβιτς έφυγε, ενώ η φίλη της έμεινε μαζί της να τη στηρίξει.
— Και πώς τη λένε τη γατούλα; — ρώτησε ντροπαλά η τετράχρονη Σάσα, που μόλις είχε μπει στο νέο της σπίτι μαζί με τη Λαρίσα.

— Τη γατούλα; Ντούσια τη λένε. Πώς αλλιώς; — απάντησε με χαρά η ευτυχισμένη γυναίκα, κρατώντας το λεπτό χεράκι της κόρης της. — Να, Σασένκα, αυτό είναι τώρα το σπίτι σου. Εδώ θα ζούμε οι δυο μας. Είσαι χαρούμενη;
— Ναι, μαμά! Και μπορώ να τη λέω «Νιφάδα»; Κοίτα πόσο άσπρη και χνουδωτή είναι η γατούλα!
— Μπορείς, κόρη μου. Φυσικά και μπορείς. Ας είναι Νιφάδα. Εσύ, Ντούσια, συμφωνείς;
Τώρα η Λαρίσα δεν ήταν πια μόνη. Το ήσυχο αυτό κοριτσάκι της είχε τραβήξει το βλέμμα από την πρώτη στιγμή που το είδε στο ορφανοτροφείο. Έμοιαζε τόσο πολύ με την ίδια όταν ήταν μικρή, που στην αρχή δεν μπορούσε να το πιστέψει.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, κάποιος χτύπησε την πόρτα.
— Καλησπέρα, Γεβγκένι Λεονίντοβιτς! Περάστε μέσα, — είπε λίγο αμήχανα η Λαρίσα, βλέποντας τον αστυνομικό.
— Μόνο για λίγο πέρασα. Έτυχε να περνώ απ’ εδώ και είπα να δω… όλα καλά; Μήπως σας ενοχλεί κανείς; Χρειάζεστε κάτι;
— Όχι, όλα καλά. Κανείς δε μας πειράζει. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, — απάντησε χαμογελώντας η οικοδέσποινα.
— Χαίρομαι. Και η μικρή Σάσα πώς είναι; Συνήθισε; — είπε ο άντρας, κοιτάζοντας τη μικρή με καλοσύνη. — Έλα, πάρε αυτή τη σοκολάτα.
— Είμαι πολύ καλά, κύριε! — είπε ζωηρά η μικρούλα, παίρνοντας το κέρασμα. — Εγώ, η μαμά και η Νιφάδα ζούμε πολύ όμορφα εδώ μαζί!
— Χαίρομαι πολύ για σας. Κι αν χρειαστείτε ποτέ βοήθεια, φωνάξτε με. Θα χαρώ να βοηθήσω.
Φαινόταν πως ο άντρας ένιωθε λίγο αμήχανα, κι αυτό τον έκανε να χάνεται μέσα στα λόγια του.
«Άραγε γιατί;» — σκέφτηκε η Λαρίσα, χαμογελώντας δειλά στον απρόσμενο επισκέπτη.
Μια εβδομάδα αργότερα, ο αστυνομικός έφερε στις καινούριες του γνωστές ένα μεγάλο βάζο με φρέσκο μέλι.

— Είπα να σας κεράσω. Χθες μου έφεραν δύο βάζα απ’ το μελισσοκομείο, κι ένας μόνος άνθρωπος τι να τα κάνει τόσα; — είπε, δίνοντάς της το κεχριμπαρένιο γλύκισμα.
Ύστερα κάθισαν να πιουν τσάι, κι ο Γεβγκένι της εκμυστηρεύτηκε πως ζούσε μόνος τρία χρόνια — μετά το διαζύγιό του.
Η ιστορία δεν ήταν όμορφη, και δεν μπήκε σε λεπτομέρειες. Φαινόταν πως ήταν κάτι που τον πονούσε ακόμα. Ίσως γι’ αυτό είχε δεχτεί τη μετάθεση σε αυτή τη μακρινή επαρχία — για να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του και τη θλίψη του.
— Καταλαβαίνω. Δηλαδή κι εσάς η μοίρα σας στέρησε την οικογενειακή ευτυχία, — είπε απαλά η Λαρίσα.
Έξι μήνες αργότερα, ο Γεβγκένι, που είχε δεθεί με την ευγενική και όμορφη Λαρίσα και τη μικρή της Σάσα, ήρθε να τη ζητήσει σε γάμο.
Η γυναίκα δέχτηκε χωρίς δισταγμό. Και ποτέ δεν το μετάνιωσε.
Μάλιστα απέκτησαν κι έναν γιο, αδερφάκι για τη Σάσα. Και έζησαν μια γεμάτη, ευτυχισμένη οικογένεια.
