— Θες τον μισθό μου; Για να τον ξοδέψεις στη μανούλα σου; — ρώτησε η Σβετλάνα τον άντρα της με μισόκλειστα μάτια.

— Άκου, Βιτιόκ, πώς τα πάτε με τα οικονομικά; — τον ρώτησε τότε ο Πάβελ, πίνοντας μπίρα. — Η Μαρίνα, να, μου δίνει όλο τον μισθό της, κι εγώ αποφασίζω πού θα τον ξοδέψω.
Η Μαρίνα δίπλα έγνεψε καταφατικά και έκλεισε το μάτι στον άντρα της:
— Φυσικά, ο καλός μου τα κανονίζει καλύτερα. Έχει μυαλό που δουλεύει!
Ο Βίκτορ γύρισε σπίτι γύρω στα μεσάνυχτα. Στο κεφάλι του αντηχούσε ακόμη το γέλιο του Πάβελ και της γυναίκας του, της Μαρίνας. Η συνάντηση στο καφέ, που ξεκίνησε σαν μια συνηθισμένη χαλαρή έξοδος μετά τη δουλειά, του αναποδογύρισε όσα πίστευε για την οικογενειακή ζωή.
Τότε απλώς μούγκρισε ειρωνικά, αλλά μέσα του κάτι τσίμπησε. Τους τελευταίους έξι μήνες η Σβετλάνα έπαιρνε σχεδόν τα διπλά από εκείνον — δούλευε ως επικεφαλής μάνατζερ. Κι αυτός είχε μείνει στην ίδια θέση, με ψίχουλα για μισθό. Η αδικία τον έκαιγε από μέσα.
— Βίτια, γιατί είσαι τόσο σκεφτικός; — η Σβετλάνα βγήκε από την κρεβατοκάμαρα με ρόμπα. — Άργησες.
— Βρεθήκαμε με τον Πάσκα, — γρύλισε, περνώντας στην κουζίνα.
Η Σβετλάνα του έβαλε τσάι και κάθισε δίπλα του. Στα μάτια της φαινόταν η κούραση — πάλι είχε μείνει παραπάνω στη δουλειά, λύνοντας κάτι επείγοντα με τις προμήθειες.
— Σβέτα, πρέπει να μιλήσουμε για τα λεφτά, — άρχισε ο Βίκτορ, παίρνοντας κουράγιο.
— Τι έγινε; Πάλι το αυτοκίνητο;
— ΟΧΙ! — απάντησε απότομα. — Είναι άλλο. Η μάνα μου… δυσκολεύεται τώρα. Η σύνταξη είναι μικρή, τα φάρμακα ακριβά.
Η Σβετλάνα συνοφρυώθηκε:
— Μα τη βοηθάμε κάθε μήνα. Εγώ η ίδια της έστειλα δέκα χιλιάδες την περασμένη εβδομάδα.
— Είναι λίγα! — ο Βίκτορ χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του. — Δεν καταλαβαίνεις! Μια γυναίκα δούλεψε μια ζωή, με μεγάλωσε μόνη, και τώρα μετράει τα κέρματα!
— Βίτια, ας το συζητήσουμε ήρεμα. Πόσα χρειάζονται;
Ο Βίκτορ πήρε βαθιά ανάσα. Η στιγμή της αλήθειας.
— Μόλις πάρεις τον μισθό σου, να μου τον στείλεις, — απαίτησε. — Για πού; Στη μάνα μου. ΟΛΟ τον μισθό.
Η Σβετλάνα πάγωσε με το φλιτζάνι στα χέρια. Στο δωμάτιο έπεσε σιωπή, που τη διέκοπτε μόνο το βουητό του ψυγείου.
— Μιλάς σοβαρά; — ρώτησε χαμηλόφωνα.
— Απολύτως. Έτσι είναι το σωστό. Ο άντρας πρέπει να διαχειρίζεται τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο πατέρας μου πάντα έπαιρνε τον μισθό της μάνας μου, και κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε.
Η Σβετλάνα άφησε αργά το φλιτζάνι στο τραπέζι.
— Και εγώ τι θα κάνω χωρίς λεφτά;
— Εγώ θα σου δίνω για τα έξοδα. Όσα χρειάζεσαι — τόσα θα σου δίνω. Αλλά πρώτα η μάνα, μετά όλα τα άλλα.
Το πρωί η Σβετλάνα ξύπνησε νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Η νύχτα πέρασε άυπνη — τα λόγια του άντρα της γύριζαν στο μυαλό της, χωρίς να την αφήνουν ήσυχη. Κοίταζε τον κοιμισμένο Βίκτορ και δεν αναγνώριζε τον άνθρωπο που είχε παντρευτεί πριν οχτώ χρόνια.
Στο πρωινό, η ένταση κρεμόταν στον αέρα.
— Λοιπόν, το σκέφτηκες; — ρώτησε ο Βίκτορ, αλείφοντας βούτυρο στο ψωμί.
Η Σβετλάνα έγνεψε:
— Εντάξει. Συμφωνώ.
Ο Βίκτορ παραλίγο να πνιγεί:
— Αλήθεια;
— Ναι. Μόνο που ο μισθός δεν θα μπει σύντομα. Υπάρχουν καθυστερήσεις στις πληρωμές, το ξέρεις, κρίση.
— Και πότε περίπου;
— Σε καμιά δυο βδομάδες λένε. Και θα δώσουν και μπόνους — γύρω στις τριακόσιες χιλιάδες θα βγει συνολικά.
ΤΡΙΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ! Στο κεφάλι του Βίκτορ άρχισε να παίζει μουσική νίκης. Φαντάστηκε πως θα πάρει καινούριο τηλέφωνο, αυτό που ονειρευόταν, θα ανανεώσει την γκαρνταρόμπα του, ίσως να πάει και για ψάρεμα με τους φίλους του στη λίμνη Βαϊκάλη. Και στη μάνα… ε, στη μάνα κάτι θα της πέσει κι αυτής.
— Τέλεια! — άπλωσε χαμόγελο. — Θα δεις, έτσι θα είναι καλύτερα για όλους.
Τις επόμενες μέρες ο Βίκτορ περπατούσε φουσκωμένος από περηφάνια. Στη δουλειά καυχιόταν στους συναδέλφους ότι έβαλε τάξη στην οικογένεια, ότι τώρα αυτός είναι ο πραγματικός αφέντης του σπιτιού. Ακόμα και τον Πάβελ πήρε τηλέφωνο να τον ευχαριστήσει για το «μάθημα».
— Μπράβο, Βιτιόκ! — γελούσε ο Πάβελ στο ακουστικό. — Σωστά! Δεν είναι να εμπιστεύεσαι στις γυναίκες τα λεφτά, αμέσως θα τα φάνε σε ρούχα!
Πέρασε μια βδομάδα, πέρασε κι άλλη. Ο Βίκτορ άρχισε να ανησυχεί.
— Σβέτα, τι γίνεται με τον μισθό;
— Σου λέω, καθυστερήσεις. Το λογιστήριο λέει από μέρα σε μέρα.
— Μα πόσο άλλο θα το τραβάνε! Τι πράγματα είναι αυτά!
— Βίτια, εγώ τι φταίω; Η διοίκηση αποφασίζει.
Ο Βίκτορ, σφίγγοντας τα δόντια, δέχτηκε να περιμένει. Όμως η υπομονή του λιγόστευε κάθε μέρα. Ειδικά όταν έρχονταν οι λογαριασμοί — για το σπίτι, το ίντερνετ, την κινητή. Η Σβετλάνα τα πλήρωνε όλα μόνη της, αλλά το έκανε κάπως απρόθυμα, με φανερή δυσαρέσκεια.
— Σε λίγο θα τελειώσουν τα λεφτά σου, — προειδοποιούσε ο Βίκτορ. — Τότε τι θα κάνεις;
— Έχω πιστωτική, — σήκωνε τους ώμους η γυναίκα του.
Στο τέλος του μήνα ο Βίκτορ δεν άντεξε. Βλέποντας στα κοινωνικά δίκτυα φωτογραφίες του Πάβελ με καινούριο τηλέφωνο, κατάλαβε πως δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Ειδικά αφού κάποια σχέδια είχαν ήδη γίνει. Μια βδομάδα πριν είχε πάρει δάνειο για να αγοράσει την τελευταία κονσόλα παιχνιδιών — υπολόγιζε να το ξεπληρώσει από τον μισθό της γυναίκας του.

— ΣΒΕΤΑ! — ούρλιαξε, μπαίνοντας στο σπίτι το βράδυ. — Πόσο θα μας δουλεύεις πια!
Η γυναίκα του ξεπρόβαλε ήρεμα από την κουζίνα:
— Τι έγινε;
— ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ; Πέρασε ήδη ένας μήνας! Το κάνεις επίτηδες;
— Βίτια, σου το εξήγησα…
— ΤΙΠΟΤΑ δεν εξήγησες! Απλώς δεν θες να τα δώσεις! Νομίζεις είμαι χαζός;
Η Σβετλάνα σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και πέρασε στο δωμάτιο. Ο Βίκτορ την ακολουθούσε, συνεχίζοντας να φωνάζει:
— Τριακόσιες χιλιάδες! Υποσχέθηκες τριακόσιες χιλιάδες! Πού είναι;
— Ξέρεις κάτι, Βίτια, — γύρισε η Σβετλάνα προς το μέρος του. — Ας πούμε την αλήθεια. Καμία καθυστέρηση δεν υπάρχει. Τον μισθό τον πήρα εδώ και δυο βδομάδες.
Ο Βίκτορ έμεινε κάγκελο. Το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπό του, τα χέρια του έτρεμαν από θυμό.
— ΤΙ; Μου… μου έλεγες ψέματα;
— Ναι. Έλεγα ψέματα. Και ξέρεις γιατί; Επειδή ήθελα να δω μέχρι πού θα φτάσεις με την απληστία σου.
— Ποια απληστία; Εγώ για τη ΜΑΝΑ μου νοιάζομαι!
— Έλα τώρα! — γέλασε η Σβετλάνα. — Η μάνα σου ζει μια χαρά με τη σύνταξή της και τις δικές μου μεταφορές. Την πήρα τηλέφωνο την περασμένη εβδομάδα — ετοιμάζεται να πάει σε σανατόριο, έχει ήδη αγοράσει εισιτήρια.
Ο Βίκτορ χλώμιασε. Η μάνα του όντως είχε πει κάτι για σανατόριο, αλλά αυτός το είχε αφήσει να περάσει.
— Αυτό… αυτό δεν έχει σημασία! Το θέμα είναι πως είσαι Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ! Πρέπει να υπακούς!
— Πρέπει; — η Σβετλάνα στένεψε τα μάτια. — Και από πού κι ως πού;
— Έτσι πρέπει! Ο άντρας είναι το κεφάλι της οικογένειας! Ο κουβαλητής!
— Ο κουβαλητής; — κούνησε το κεφάλι. — Βίτια, εσύ παίρνεις σαράντα χιλιάδες τον μήνα. Εγώ εκατόν είκοσι. Ποιος από τους δυο μας είναι ο κουβαλητής;
Ο Βίκτορ έσφιξε τις γροθιές του:
— Πώς τολμάς! Εγώ σε έβγαλα από τον κοιτώνα! Αυτό το διαμέρισμα το αγόρασαν οι γονείς μου!
— Το διαμέρισμα το αγόρασαν ΠΡΙΝ τον γάμο μας. Και εγώ οχτώ χρόνια έβαζα λεφτά — για ανακαίνιση, έπιπλα, συσκευές. Όλα μισά-μισά, αν είναι να λέμε.
— ΕΞΩ! — ούρλιαξε ο Βίκτορ. — ΦΥΓΕ από ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ!
Η Σβετλάνα χαμογέλασε παράξενα:
— Όπως θέλεις.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Ο Βίκτορ άκουσε να ανοίγει η ντουλάπα, κάτι να θροΐζει. Σε λίγα λεπτά η γυναίκα του βγήκε, σέρνοντας πίσω της τρεις βαλίτσες.
— Τι κάνεις, σοβαρά; — ψέλλισε εκείνος.
— Και τι νόμιζες; — η Σβετλάνα άφησε τις βαλίτσες δίπλα στην πόρτα. — Μόνο που, αγάπη μου, να φύγεις θα χρειαστεί εσύ.
— ΤΙ;
— Θυμάσαι που πριν τρεις μήνες κάναμε μεταβίβαση στο συμβόλαιο; Στο δικό μου όνομα. Εσύ ο ίδιος υπέγραψες, είπες πως έτσι είναι πιο εύκολο με τους φόρους.
Σωστά, είχε γίνει κάτι τέτοιο. Τότε η Σβετλάνα του εξηγούσε κάτι για εκπτώσεις, απαλλαγές… Εκείνος δεν άκουγε, εμπιστευόταν. Πήγαν στον συμβολαιογράφο.
— Εσύ… εσύ τα είχες στήσει όλα;…
— Όχι, Βίτια. Απλώς φρόντισα να έχω κάλυψη. Έβλεπα πώς άλλαζες. Πώς κοιτούσες τη μισθοδοσία μου. Πώς μετρούσες τα ΔΙΚΑ ΜΟΥ λεφτά.
— Μα… μα είμαστε οικογένεια!
— Ήμασταν. Μέχρι που αποφάσισες ότι εγώ είμαι ιδιοκτησία σου. Ένα πορτοφόλι με πόδια.
— ΟΧΙ! — ο Βίκτορ όρμησε προς τη γυναίκα του. — Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό! Οχτώ χρόνια είμαστε μαζί!
Η Σβετλάνα υποχώρησε προς το παράθυρο:
— Τον τελευταίο χρόνο ανεχόμουν την περιφρόνησή σου. Τις παρατηρήσεις σου ότι μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι πιο επιτυχημένη από έναν άντρα. Τη ζήλια σου για τις επιτυχίες μου.
— Δεν ζήλευα!
— Βίτια, έκανες σκηνές κάθε φορά που μου αύξαναν τον μισθό. Έλεγες πως ο προϊστάμενος σίγουρα μου την πέφτει. Ότι «γλείφω» με υπονοούμενα…
— Άσε το παρελθόν! — ο Βίκτορ έπιασε το κεφάλι του. — Σβέτα, σε παρακαλώ! Θα διορθωθώ!
— Αργά. Ξέρεις, είμαι σχεδόν ευγνώμων στον Πάβελ και στη Μαρίνα.
— Τι σχέση έχουν αυτοί;
— Έχουν, γιατί σου έκαναν πλάκα. Η Μαρίνα με πήρε χθες τηλέφωνο, γελούσε. Λέει, με τον άντρα της σκέφτηκαν μια φάρσα — σου είπαν για «παράδοση των χρημάτων». Κι εσύ το κατάπιες! Έτρεξες σπίτι να απαιτήσεις.
Ο Βίκτορ έμεινε ακίνητος. Οι κρόταφοί του άρχισαν να χτυπούν, μπροστά στα μάτια του όλα θόλωσαν.
— Αυτοί… έκαναν πλάκα;
— Ναι. Και το αστείο είναι ότι σε αυτούς γίνεται το αντίθετο. Ο Πάβελ δίνει τον μισθό του στη Μαρίνα, εκείνη κρατάει τον προϋπολογισμό. Γιατί εκείνη ξέρει να μετράει λεφτά, σε αντίθεση με αυτόν.
Το τηλέφωνο του Βίκτορ χτύπησε. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Πάβελ.
— Πάρε το, — έγνεψε η Σβετλάνα. — Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα πει.
Ο Βίκτορ, με τρεμάμενο χέρι, έφερε το κινητό στο αυτί:
— Ναι;
— Βιτιόκ! Λοιπόν, σου έδωσε η Σβέτκα τον μισθό; — η εύθυμη φωνή του φίλου του του έσκισε τ’ αυτιά.
— Πάβελ… εσύ…
— Άκου, εδώ με τη Μαρινκούλα σκάμε στα γέλια! Εκείνη λέει: «Αποκλείεται να το πίστεψε!» Κι εγώ λέω: «Έλα, ο Βιτιόκ δεν είναι χαζός!» Κι αυτή: «Βάζω στοίχημα ότι έτρεξε να απαιτήσει!» Λοιπόν, ποιος κέρδισε;
Ο Βίκτορ πέταξε το τηλέφωνο στο πάτωμα. Η Σβετλάνα το σήκωσε και το έκλεισε.
— Έτσι λοιπόν, Βίτια. Εξαιτίας μιας χαζής πλάκας διέλυσες την οικογένειά μας.
— Σβέτα… — γονάτισε. — Συγγνώμη! Είμαι ηλίθιος! Τελείως ηλίθιος!
— Ναι, είσαι ηλίθιος. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι έδειξες το αληθινό σου πρόσωπο. Άπληστο, μικρόψυχο, ζηλόφθονο.
— Θα αλλάξω!
— Όχι. Δεν θα αλλάξεις. Ξέρεις γιατί είμαι σίγουρη; Γιατί έχεις ήδη φορτωθεί χρέη.
Ο Βίκτορ χλώμιασε:
— Από πού το…
— Είδα τα καινούρια σου ρούχα, άρχισα να ψάχνω και αποδείχτηκε ότι πήρες καταναλωτικό δάνειο διακοσίων χιλιάδων. Και έβγαλες και πιστωτική με όριο εκατόν πενήντα.

— Ήθελα να τα κλείσω αμέσως! Μόλις μου έδινες τον μισθό σου!
— Ακριβώς. Έχεις ΗΔΗ ξοδέψει τα ΔΙΚΑ ΜΟΥ λεφτά, που δεν τα είχες καν πάρει. Αγόρασες κονσόλα, κάτι γκάτζετ… Βίτια, είσαι άρρωστος!
Ο Βίκτορ καθόταν με το κεφάλι στα χέρια. Όλη του η ζωή γκρεμιζόταν μπροστά στα μάτια του. Τα δάνεια τον έπνιγαν — η πρώτη δόση σε μια βδομάδα, κι αυτός δεν είχε από πού να πληρώσει. Το διαμέρισμα δεν ήταν δικό του. Και η γυναίκα που τη θεωρούσε υπάκουη και ήσυχη, αποδείχτηκε εντελώς διαφορετική.
— Ας τα βρούμε, — βράχνιασε. — Φεύγω, αλλά με βοηθάς με τα δάνεια.
— ΟΧΙ, — δήλωσε η Σβετλάνα. — Ούτε δεκάρα. Μπήκες μόνος σου στα χρέη — μόνος σου θα βγεις.
— Μα… εξαιτίας σου!
— Εξαιτίας μου; — γέλασε. — Όχι, Βίτια. Εξαιτίας της απληστίας και της βλακείας σου. Πίστεψες τον πρώτο τυχόντα, χωρίς καν να μου μιλήσεις σαν άνθρωπος.
— Άντε στο διάολο! — πετάχτηκε ο Βίκτορ. — Νομίζεις πως είσαι τόσο έξυπνη; Χωρίς εμένα θα χαθείς!
— Θα δούμε, — σήκωσε τους ώμους η Σβετλάνα. — Και τώρα, ΕΞΩ. Έχεις μία ώρα να μαζέψεις τα πράγματά σου.
— Δεν έχεις δικαίωμα!
— Έχω. Ορίστε αντίγραφο των εγγράφων του διαμερίσματος. Ορίστε το συμβόλαιο που υπέγραψες. Θες; Πήγαινε δικαστικά. Αλλά να ξέρεις — θα πω για τα δάνειά σου, που τα πήρες υπολογίζοντας τον ΔΙΚΟ ΜΟΥ μισθό. Αυτό είναι απάτη, έτσι για να ξέρεις.
Ο Βίκτορ καταλάβαινε — είχε δίκιο. Δεν είχε πού να πάει. Στη μάνα του; Εκείνη ζούσε σε ένα δυάρι… και τι θα έλεγε όταν μάθαινε την αλήθεια; Σε φίλους; Μετά από τέτοια ντροπή;
Μάζεψε τα πράγματά του σιωπηλά. Η Σβετλάνα καθόταν στην κουζίνα και έπινε τσάι. Ήρεμη, συγκροτημένη. Σαν να μην έζησαν οχτώ χρόνια, αλλά σαν να ήταν απλώς τυχαίοι γνωστοί.
— Σβέτα, μήπως…
— ΟΧΙ, Βίτια. Απλώς φύγε.
Βγήκε στο πλατύσκαλο με δυο τσάντες. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με δύναμη. Το κλειδί γύρισε — η Σβετλάνα είχε αλλάξει την κλειδαριά πριν έναν μήνα, τώρα ήταν ξεκάθαρο γιατί.
Έξω ψιχάλιζε. Ο Βίκτορ έβγαλε το κινητό και κάλεσε τον Πάβελ:
— Ναι, Βιτιόκ! Γιατί το ’κλεισες;
— Πάβελ… μπορώ να κοιμηθώ σπίτι σου απόψε;
— Τι έγινε;
— Η Σβέτκα με πέταξε έξω.
Στην άλλη άκρη έπεσε σιωπή. Ύστερα ακούστηκε γέλιο:
— Έλα ρε! Εξαιτίας εκείνης της πλάκας;
— Ναι, — απάντησε πνιχτά ο Βίκτορ.
— Κοίτα… η Μαρίνα είναι αντίθετη. Λέει, φταις μόνος σου. Συγγνώμη, αδερφέ.
Ο ήχος της διακοπής του τρύπησε τ’ αυτιά. Ο Βίκτορ κάλεσε κι άλλους γνωστούς — όλοι αρνήθηκαν. Η είδηση της ντροπής του είχε ήδη διαδοθεί στους κοινούς γνωστούς.

Αναγκάστηκε να νοικιάσει δωμάτιο. Καθισμένος σε ένα σκληρό κρεβάτι, σκεφτόταν πώς όλα πήγαν τόσο στραβά. Τις τριακόσιες χιλιάδες που δεν πήρε ποτέ. Τα δάνεια που τώρα τον βάραιναν. Το διαμέρισμα που έχασε από την ίδια του την απληστία.
Το τηλέφωνο δόνησε. Μήνυμα από τη μητέρα του: «Βίτια, τι ανοησίες λέει η Σβέτα; Ποια χρήματα για φάρμακα; Σου είπα ότι πάω σε σανατόριο, όλα πληρωμένα. Τι πας να κάνεις;»
Ο Βίκτορ έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν είχε τι να απαντήσει.
Έναν μήνα μετά, η Σβετλάνα πήρε επίσημα το διαζύγιο — ο Βίκτορ δεν προσπάθησε να το εμποδίσει. Εκείνη πούλησε το διαμέρισμα και αγόρασε άλλο, μικρότερο, αλλά σε καλύτερη περιοχή. Στη δουλειά τα πράγματα ανέβαιναν — χωρίς το μόνιμο στρες στο σπίτι, άνθισε.
Ο Βίκτορ έβγαζε όπως-όπως τα προς το ζην με περιστασιακά μεροκάματα. Ο βασικός του μισθός πήγαινε στην αποπληρωμή των δανείων. Ζούσε στο ίδιο νοικιασμένο δωμάτιο, τρεφόταν με στιγμιαία νουντλς.
Μια μέρα πέτυχε τον Πάβελ και τη Μαρίνα σε ένα εμπορικό κέντρο. Έκαναν πως δεν τον αναγνώρισαν.
— Ε, Πάβελ! — τους φώναξε.
Ο Πάβελ γύρισε και στράβωσε το στόμα:
— Α, Βιτιόκ. Τι κάνεις;
— Καλά, — είπε ψέματα ο Βίκτορ.
— Ωραία. Εμείς φεύγουμε, έχουμε δουλειές.
Η Μαρίνα ούτε καν χαιρέτησε. Μόνο πέταξε πάνω απ’ τον ώμο της:
— Πρέπει να είσαι απίστευτος για να μπλέξεις έτσι εξαιτίας μιας χαζής πλάκας. Η Σβέτκα μπράβο, καλά έκανε.
Έφυγαν, αφήνοντας τον Βίκτορ να στέκεται μέσα στο πλήθος. Μόνο. Προδομένος από την ίδια του την απληστία, από τις ίδιες του τις ψευδαισθήσεις για το τι σημαίνει «αληθινός άντρας».
Κι κάπου σε μια άλλη γωνιά της πόλης, η Σβετλάνα έφτιαχνε καφέ στο καινούριο της σπίτι. Πάνω στο τραπέζι ήταν τα χαρτιά της προαγωγής — τώρα διηύθυνε ολόκληρο τμήμα. Ο μισθός της ανέβηκε στις διακόσιες χιλιάδες.
Το τηλέφωνο χτύπησε — άγνωστος αριθμός.
— Παρακαλώ;
— Σβετλάνα; Ο Βίκτορ είμαι. Μπορούμε να συναντηθούμε; Να μιλήσουμε;
— ΟΧΙ, Βίκτορ. Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
— Μα κατάλαβα το λάθος μου! Άλλαξα!
— Συγχαρητήρια. Ζήσε με τις αλλαγές σου. Εγώ θα ζήσω χωρίς τα λάθη σου.
Έκλεισε το τηλέφωνο και μπλόκαρε τον αριθμό. Μέσα της ένιωθε ανάλαφρη και ήρεμη.
Η ελευθερία κοστίζει ακριβά. Αλλά άξιζε.
