Κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν.
Και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να τον κοροϊδέψουν.
Ο έφηβος προχώρησε μόνος προς τη γραμμή βολής.
Χωρίς χορηγούς.

Χωρίς προπονητή.
Χωρίς στολή.
Χωρίς επαγγελματικό εξοπλισμό.
Οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι χαμογέλασαν ειρωνικά.
—Μήπως πουλάνε και εισιτήρια για τουρίστες;
Τα γέλια απλώθηκαν σε ολόκληρο το σκοπευτήριο.
Το αγόρι δεν αντέδρασε.
Απλώς ακούμπησε το τουφέκι πάνω στο τραπέζι.
Ένας ηλικιωμένος άνδρας στις κερκίδες τον παρακολουθούσε με προσοχή.
Πρώην στρατιωτικός.
Θρύλος της σκοποβολής.
Είχε αποσυρθεί εδώ και χρόνια.
Τότε ο νεαρός σήκωσε το μανίκι του.
Μόνο για μια στιγμή.
Αρκετή, όμως.
Ο βετεράνος σηκώθηκε αμέσως όρθιος.

Η έκφραση στο πρόσωπό του άλλαξε ολοκληρωτικά.
Γιατί είχε ξαναδεί εκείνο το τατουάζ.
Πριν από δεκαετίες.
Πάνω σε κάποιον άλλο.
Σε κάποιον που όλοι πίστευαν πως είχε πεθάνει.
Ο ηλικιωμένος κατέβηκε αργά τα σκαλιά.
Οι διαγωνιζόμενοι σταμάτησαν να γελούν.
Και τότε ρώτησε:
—Ποιος σου έμαθε να πυροβολείς;
Ο νεαρός απάντησε:
—Ο παππούς μου.
Ο γέροντας έμεινε αποσβολωμένος.
Γιατί γνώριζε πολύ καλά αυτό το όνομα.
Ολόκληρο το πρωτάθλημα βυθίστηκε στη σιωπή.
Ο βετεράνος έτρεμε.
Ο νεαρός τον κοιτούσε μπερδεμένος.
—Τον γνωρίζατε;

Ο ηλικιωμένος έγνεψε αργά καταφατικά.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
—Μου έσωσε τη ζωή.
Το πλήθος έμεινε ακίνητο.
Το όνομα του παππού ήταν θρυλικό.
Θεωρούνταν ένας από τους σπουδαιότερους σκοπευτές που είχαν υπάρξει ποτέ.
Όμως είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς πριν από πολλά χρόνια.
Ο βετεράνος έβγαλε από το πορτοφόλι του μια παλιά φωτογραφία.
Η εικόνα απεικόνιζε δύο νεαρούς στρατιώτες.
Ο ένας από αυτούς ήταν ο παππούς.
Ο άλλος ήταν ο ίδιος.
Ο νεαρός δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.
Τότε ο βετεράνος έδειξε το τουφέκι.
—Αυτό το τουφέκι ήταν δικό του, σωστά;
Ο έφηβος έγνεψε καταφατικά.
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε.
Γιατί είχε καταλάβει κάτι που κανείς άλλος δεν είχε προσέξει.
Ο θρύλος είχε επιστρέψει.
Και έφερε το σωστό επώνυμο.
