«Ζείτε με όλα έτοιμα κι έπειτα φωνάζετε ότι είμαι τσιγκούνα: να πώς πέταξα την οικογένεια του αδελφού μου έξω με τα κλεμμένα φασόλια και τις πατάτες»
Μετά το διαζύγιο με τον άντρα της, η Λαρίσα άρχισε να βαριέται. Στον γάμο με τον Αλέξι ζούσαν σχεδόν 20 χρόνια, παιδιά δεν απέκτησαν, ζούσαν ο ένας για τον άλλον.

Πριν τρία χρόνια, ο Αλέξης, μόλις έκλεισε τα 55, ξαφνικά θέλησε να γίνει πατέρας· η «αντικατάσταση» βρέθηκε γρήγορα – νεαρή και απόλυτα υγιής. Φυσικά, η νόμιμη σύζυγος έμαθε τα πάντα τελευταία:
– Λοιπόν, Λάρισα, έχω να σου πω κάτι… Φεύγω από εσένα. Μάλλον όλο το απόθεμα αγάπης για σένα το έχει εξαντλήσει η καρδιά μου, συγγνώμη, αλλά δεν νιώθω τίποτα άλλο εκτός από συνήθεια. Κι ένα παιδί χρειάζεται πατέρα!
– Ποιο παιδί; – πάγωσε η Λαρίσα. – Λιόσα, τι λες;
– Τον γιο μου, που θα γεννηθεί σε τέσσερις μήνες. Λάρα, ας χωρίσουμε πολιτισμένα! Το τριάρι θα το μοιράσουμε, ό,τι αποκτήσαμε μαζί, θα το χωρίσουμε τίμια. Θα σου δώσω δύο εκατομμύρια από τις καταθέσεις. Ή όχι, καλύτερα αλλιώς: σου αφήνω όλες τις οικονομίες μου και το μικρό διαμέρισμα που κληρονόμησα μετά τον θάνατο της μητέρας μου. Εσύ δεν διεκδικείς την επιχείρησή μου, δεν αγγίζεις το διαμέρισμα και το καινούργιο μου αυτοκίνητο!
Μετά από σύντομη σκέψη, η Λαρίσα συμφώνησε. Να παλέψει για τον άντρα της δεν έβλεπε νόημα· εφόσον ο Λιόσα βρήκε αντικατάσταση, δεν υπήρχε λόγος για συζήτηση. Ο πρώην σύζυγος δεν αθέτησε τον λόγο του – έδωσε τα χρήματα και μετέγραψε το σπίτι. Η Λαρίσα έκανε ριζική ανακαίνιση στο νέο διαμέρισμα, αγόρασε έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές και σκέφτηκε πώς να ξοδέψει τα υπόλοιπα.
– Αν ήμουν στη θέση σου, Λάρα, θα έφευγα σε καμιά κρουαζιέρα! – ονειροπόλησε η φίλη της. – Ή, τουλάχιστον, θα αγόραζα κάτι για τα γεράματα: ένα ανθοπωλείο ή μια μικρή καφετέρια, να μην τρελαίνεσαι από τη μοναξιά.
– Εργάζομαι, πού να ασχοληθώ και με επιχείρηση; Κι έπειτα, Σβέτα, προτιμώ τη σταθερότητα. Για να κρατήσεις δουλειά θέλεις γερά νεύρα κι εγώ δεν τα έχω. Ούτε και για κρουαζιέρα θέλω να πάω, είναι επικίνδυνο· πρέπει να μείνεις έναν μήνα σε πλοίο… Όχι, αμφίβολη ιδέα! Μάλλον θα αγοράσω ένα εξοχικό!
Η Σβέτα άνοιξε διάπλατα τα μάτια:
– Εξοχικό; Τι το θες; Εγώ έχω μόνο αρνητικές αναμνήσεις μ’ αυτή τη λέξη! Θυμάμαι τα πρώτα δέκα χρόνια μετά τον γάμο – κάθε Σαββατοκύριακο πηγαίναμε στο εξοχικό της πεθεράς. Κόλαση ήταν! Η Μπρονισλάβα Στανισλάβοβνα μου έβγαζε την ψυχή – με ξυπνούσε στις 6 το πρωί και μ’ έστελνε στο μποστάνι.
Μόνο μετά τον θάνατό της πουλήσαμε εκείνο το καταραμένο εξοχικό και ζήσαμε σαν άνθρωποι! Θες στ’ αλήθεια, Λάρα, να σκαλίζεις τη γη;

– Μου αρέσουν τα λουλούδια, – χαμογέλασε η Λαρίσα, – και δεν έχω αντίρρηση να καλλιεργώ και φρούτα και λαχανικά. Τα δικά σου είναι πάντα πιο νόστιμα από του εμπορίου.
– Μα είναι πιο εύκολο να τα αγοράσεις, πιστεύω, – είπε η Σβετλάνα, – τόση δουλειά για μισό τελάρο ντομάτες, έναν κουβά αγγούρια και ενάμιση σακί πατάτες!
Τέλος πάντων, εσύ ξέρεις. Δικά σου είναι τα λεφτά, δική σου και η απόφαση πώς θα τα ξοδέψεις!
Η Λαρίσα τελικά αγόρασε ένα μικρό, ζεστό σπιτάκι στα προάστια, σε οικόπεδο 6 στρεμμάτων. Χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος για να το φτιάξει – το κτίσμα ήθελε επισκευή και ο χώρος είχε γεμίσει αγριόχορτα. Οι ντόπιοι, πρόθυμοι έναντι πληρωμής, βοήθησαν τη νεοφερμένη. Μόλις έφτιαξε το σπίτι, η Λαρίσα άρχισε να πηγαίνει κάθε Σαββατοκύριακο.
Ο μικρότερος αδελφός της, ο Βαλεντίν, δεν ενθουσιάστηκε:
– Μην περιμένεις τίποτα από μένα! – ξεκαθάρισε. – Δεν πρόκειται να σκάβω ούτε να ποτίζω στον κήπο σου. Δεν καταλαβαίνω, Λάρα, γιατί το έκανες αυτό; Δεν μπορούσες να επενδύσεις τα χρήματα κάπου χρήσιμα; Καλύτερα να αγόραζες καινούργιο αυτοκίνητο!
Κυκλοφορείς μ’ ένα σαράβαλο κι είσαι και διευθύντρια γιατρέσσα! Είσαι προϊσταμένη, το αυτοκίνητο πρέπει να δείχνει το κύρος σου!
– Άσε μας, Βάλια, – αποκρινόταν η Λαρίσα, – ποιο κύρος; Μήπως είμαι διευθύνουσα σε διυλιστήριο; Μια απλή γιατρός είμαι! Κι η εξοχική κατοικία, Βάλια, είναι για την ψυχή. Ούτε φαντάζεσαι πόση ηρεμία έχει εκεί! Όλη την εβδομάδα τρέχεις σαν το άλογο στην πόλη, στήνεσαι σε ουρές, δεν κοιμάσαι τη νύχτα απ’ τα μηχανάκια της νεολαίας.
Κι εκεί – παράδεισος, ξεκουράζομαι! Κι η δουλειά στον κήπο μ’ ευχαριστεί, μου αρέσει να φροντίζω φυτά και παρτέρια.
– Ε, αφεντικό είναι ο νοικοκύρης, – σήκωσε τους ώμους ο Βαλεντίν, – κάποια στιγμή, αν βρω χρόνο, θα περάσω. Δώσε μου τη διεύθυνση, έτσι για καλό και για κακό.
Στις αρχές του καλοκαιριού, η Λαρίσα πήρε άδεια, έκλεισε το διαμέρισμα στην πόλη και μετακόμισε για έναν μήνα στο εξοχικό. Είχε ήδη γνωριστεί με τους γείτονες, κι έτσι τα βράδια περνούσαν ευχάριστα. Ο Βαλεντίν ήρθε ξαφνικά – η Λάρα ήταν στον κήπο, όταν κάποιος χτύπησε την καγκελόπορτα.

– Βάλια; Και γιατί δεν προειδοποίησες; Έλα, πέρασε, αφού ήρθες.
– Λοιπόν, αδελφούλα, παίρνω πίσω τα λόγια μου! Έχεις φτιάξει ολόκληρη έπαυλη εδώ. Το σπίτι λαμπερό, σαν ζαχαρόσπιτο από παραμύθι! Πόσο σου κόστισε η ανακαίνιση; Και τι όμορφη αυλή, λουλούδια, δεντράκια… Ω, έχεις και κιόσκι!
Η «ξένη» εξοχική κατοικία άρεσε στον Βαλεντίν, κι ο άντρας αποφάσισε πως μπορούσε να έρχεται με την οικογένεια όποτε ήθελε.
Λίγες φορές που βρήκε απρόσμενους επισκέπτες, η Λαρίσα δεν είπε τίποτα – δεν ήθελε καβγάδες με συγγενείς.
Η σύζυγος του Βαλεντίν, η Οξάνα, συμπεριφερόταν στο σπίτι σαν να ήταν δικό της – έπαιρνε τρόφιμα από το ψυγείο, έψαχνε στα ντουλάπια και χωρίς να ρωτήσει άρπαξε και τη «γιορτινή» κρυστάλλινη σαλατιέρα της Λάρας.
Η επταμελής οικογένεια κατανάλωνε νερό, χρησιμοποιούσε το ίντερνετ και ποτέ δεν πρότεινε καμία αποζημίωση. Αντίθετα, ο Βαλεντίν πίστευε ότι η αδελφή του έπρεπε να είναι χαρούμενη – χάρη σ’ αυτούς δεν ένιωθε μόνη.
Όταν ο Βαλεντίν με την πεθερά, τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά έμειναν στο εξοχικό, η Λαρίσα χρειάστηκε επειγόντως να φύγει για δουλειά.
Η γυναίκα άφησε το πότισμα στη μέση και, πριν φύγει, είπε:
– Σε παρακαλώ, Βάλια, σε 15 λεπτά άλλαξε το λάστιχο στο επόμενο παρτέρι. Η ζέστη είναι αφόρητη, οι ντομάτες θέλουν οπωσδήποτε νερό. Έχει μόνο έξι παρτέρια, κάθε είκοσι λεπτά να ρίχνεις μια ματιά, και μόλις δεις πως ποτίστηκε όλο, ρίξε το λάστιχο στο επόμενο.
Ο Βαλεντίν, ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα κάτω από τη μηλιά, έγνεψε σιωπηλά. Η Λαρίσα έφυγε ήσυχη.
Γύρισε μόνο το βράδυ, άλλαξε ρούχα, έκανε ντους και πήγε στον κήπο. Μόλις είδε το θέαμα, της ήρθε να κλάψει – τα περιποιημένα φυτά ντομάτας ήταν πεσμένα στη γη. Ο Βαλεντίν δεν είχε αλλάξει το λάστιχο, τα παρτέρια είχαν διαλυθεί από το νερό.
– Βάλια, σε παρακάλεσα! – όρμησε η Λαρίσα στον αδελφό της. – Τόσο δύσκολο ήταν; Τα φυτά τώρα θα χαθούν! Πώς μπόρεσες;

– Το ξέχασα, – χτύπησε το μέτωπό του ο Βαλεντίν. – Ζαλίστηκα στη σκιά, αποκοιμήθηκα. Η Οξάνα μόλις μισή ώρα πριν με ξύπνησε.
Άντε, δεν έγινε και τίποτα, μόνο ντομάτες είναι! Θα αγοράσεις από την αγορά. Με πάς στο μαγαζί; Θέλω να πάρω κρέας για να ψήσουμε σουβλάκια!
Η Λαρίσα πήγε στο δωμάτιό της, δεν ήθελε να τον δει. Όταν η θορυβώδης οικογένεια κάθισε στην κουζίνα, εκείνη βγήκε και είπε δυνατά:
– Φύγετε!
– Μα γιατί; – απόρησε η Οξάνα. – Λαρίσα, τι έχεις πάθει;
– Δεν θέλω να δω κανέναν εδώ πια! Ζείτε με όλα έτοιμα, ούτε τα κρεβάτια σας δεν στρώσατε, κι όταν ζήτησα να προσέξετε τον κήπο, δεν βρήκατε χρόνο!
Δεν θέλω φασαρίες, μαζευτείτε και φύγετε. Αυτό είναι το δικό μου εξοχικό! Αν θέλετε να ξεκουραστείτε – αγοράστε δικό σας!
Ο Βαλεντίν έφυγε με φασαρία, και η Λαρίσα άκουσε πολλά δυσάρεστα από τον ίδιο της τον αδελφό:
– Κοίτα να δεις, αγρότισσα μας βγήκε! Δηλαδή, η τιμή της σχέσης μας είναι μερικά κιλά ντομάτες;
Ε, λοιπόν, Λάρα, έκανες την επιλογή σου. Να θεωρείς ότι δεν έχεις πια αδελφό!
Το υπόλοιπο καλοκαίρι κύλησε ήσυχα και γαλήνια, η Λαρίσα δεν ξαναείδε τους συγγενείς. Οι τόσο πολύτιμες ντομάτες σώθηκαν – τις περιποιήθηκε και άνθισαν.
Ο τρύγος ορίστηκε για τις αρχές του φθινοπώρου. Την Παρασκευή δεν πήγε στη δουλειά, για να τα προλάβει όλα μέσα σε τρεις μέρες.
Από μακριά είδε το αυτοκίνητο του Βαλεντίν. Ο αδελφός της θεώρησε πως είχε δικαίωμα σε μέρος της σοδειάς που άλλος φρόντισε.
Η Λαρίσα έφτασε την κατάλληλη στιγμή: οι συγγενείς είχαν ήδη σκάψει σχεδόν όλες τις πατάτες, τις είχαν βάλει σε σακιά, είχαν μαζέψει αγγούρια, κολοκύθες, κολοκυθάκια. Η Οξάνα μάζεψε ακόμη και τα φασολάκια. Ο κήπος ήταν άδειος.
Μπαίνοντας στην αυλή, η Λαρίσα είδε αμέσως «τους καρπούς του κόπου της» – καφάσια, κουβάδες και σακιά στοιχισμένα στον τοίχο.

Προφανώς δεν την περίμεναν, και η Οξάνα με τον Βαλεντίν τα έχασαν.
– Καλώς τα μου τα αγαπημένα μου πρόσωπα! Τι γίνεται εδώ; – είπε ειρωνικά η Λαρίσα.
– Εσύ τι κάνεις εδώ; – γρύλισε θυμωμένα η νύφη. – Είναι Παρασκευή, έπρεπε να είσαι στη δουλειά!
– Βλέπω πως ήρθα την κατάλληλη στιγμή! Θέλατε να με βοηθήσετε με τον κήπο; Σας ευχαριστώ, αλλά θα τα κατάφερνα και μόνη μου!
– Λάρα, άσε τα αστεία, – στραβομουτσούνιασε ο Βαλεντίν. – Χτες ήρθαμε το πρωί για να ετοιμάσουμε αποθέματα για τον χειμώνα.
Όλη μέρα δουλεύαμε – σκάβαμε πατάτες, μαζεύαμε άλλα λαχανικά. Τα παιδιά χτύπησαν τα γόνατά τους ανεβαίνοντας στις μηλιές και τις δαμασκηνιές!
– Κι εγώ σας το επέτρεψα; – ρώτησε η Λαρίσα. – Τι δουλειά έχετε εδώ; Όλα αυτά τα καλλιέργησα μόνη μου, με αυτά τα χέρια! Εσείς τι σχέση έχετε;
– Εγώ σου τα έλεγα, – σκούντησε τον άντρα της η Οξάνα, – σου έλεγα ότι είναι τσιγκούνα! Ούτε χιόνι δεν θα σου δώσει τον χειμώνα!
Τόσοι κόποι κι όλα χαμένα. Νομίζεις ότι θα μοιραστεί; Ούτε με σφαίρες!
Η Οξάνα είχε δίκιο: η Λαρίσα τους ανάγκασε να αδειάσουν τα σακιά με τις πατάτες, να αφήσουν τα κουβάδες και τα καφάσια. Ο Βαλεντίν δεν πήρε τίποτα.
Αφού έδιωξε τους θρασείς συγγενείς, η Λαρίσα ξεδιάλεξε τα λαχανικά, κράτησε λίγα για τον εαυτό της και όλα τα υπόλοιπα τα έδωσε στη γειτόνισσα για κονσέρβες.
Αποφασίστηκε να πάρει σκύλο, για να προστατεύει το σπίτι από απρόσκλητους επισκέπτες.
