Η αδελφή μου πήρε τον άντρα μου. Εκδίκηση

Η αδελφή μου πήρε τον άντρα μου. Εκδίκηση

– Κορίτσι μου, πάρε μαζί σου τη Λένουσκα στον νότο – με παρακάλεσε η μαμά να πάρω τη μικρή μου αδερφή στις διακοπές.

– Μαμά, η Λένουσκά σου φέρεται υπερβολικά θρασύτατα. Και τέλος πάντων, πάω με τον άντρα μου. Τι να την κάνω εκεί μια παραπανίσια γυναίκα; – ξέσπασα.

– Μα είστε αδερφές. Εσύ είσαι η μεγάλη, πρέπει να τη βοηθάς.

«Πριν γεννήσετε μωρό, γεννήστε πρώτα νταντά». Μισούσα αυτή τη φράση όλη μου τη ζωή. Η μαμά μου την επαναλάμβανε πάντα. Κι εγώ ήμουν αυτή η νταντά. Βοηθούσα, υπέμενα, θυσίαζα. Ενώ η Λένουσκα μάθαινε να ζει, εγώ ήδη κουβαλούσα, μαγείρευα, έπλενα, έτρεχα στο φαρμακείο. Και πάντα άκουγα: «Εσύ είσαι μεγάλη».

Τώρα όμως ήμουν παντρεμένη. Είχα επιτέλους τη δική μου ζωή. Ο άντρας μου, ο Γιούρι, ήταν καλός – ήσυχος, προσεκτικός, αξιόπιστος. Κάναμε οικονομίες για διαμέρισμα, πηγαίναμε διακοπές κάθε δύο χρόνια. Και τώρα – θάλασσα, ήλιος, Αύγουστος.

Η μαμά όμως με έπεισε. Η Λένουσκα «είναι μόνη», «έχει κατάθλιψη», «χρειάζεται αλλαγή περιβάλλοντος». Υπέκυψα. Υποσχέθηκα.

– Μόνο να μη μας κολλάει. Θέλουμε με τον Γιούρι να είμαστε μόνοι, κατάλαβες; – την προειδοποίησα.

– Μα φυσικά, φυσικά. Θα είναι σαν σκιά.

Δεν ήταν σκιά.

Από την πρώτη μέρα φερόταν λες και ήταν σε σαφάρι. Μια με το μπικίνι της σαν να πήγαινε σε διαγωνισμό ομορφιάς, μια έμπαινε στη μέση της κουβέντας μας με νάζια. Και άρχισα να πιάνω τα βλέμματα του Γιούρι. Όχι ανοιχτά. Ύπουλα. Αλλά αρκετά συχνά ώστε κάτι να χτυπήσει μέσα μου.

Την τέταρτη μέρα η Λένουσκα γύρισε από την παραλία γελαστή.

– Φαντάσου, γνώρισα έναν καταπληκτικό τύπο – γελούσε. – Με κάλεσε το βράδυ στο μπαρ. Του είπα ότι είμαι με την αδερφή μου και τον άντρα της, και θα ήταν βαρετό. Μου είπε: «Φέρ’ τους κι αυτούς».

Ο Γιούρι σήκωσε το φρύδι. Εγώ μόνο φύσηξα. Είχα νεύρα.

– Ίσως καλύτερα να πας μόνη σου, αν είναι τόσο καταπληκτικός – είπα.

– Έλα τώρα – χαμογέλασε. – Δεν είμαι ξένη.

Μια βδομάδα μετά όλα κατέρρευσαν. Ξύπνησα τη νύχτα και ο Γιούρι δεν ήταν στο κρεβάτι. Ούτε η Λένουσκα.

Βγήκα στο μπαλκόνι. Ήταν εκεί κάτω, στην παραλία. Η Λένουσκα γελούσε. Ο Γιούρι της κρατούσε το χέρι. Και τη φίλησε. Ο άντρας μου. Την αδερφή μου.

Το πρωί έφυγα. Μάζεψα τα πράγματά μου χωρίς λέξη. Αυτός δεν γύρισε καν στο δωμάτιο. Άφησα ένα σημείωμα: «Μείνε μαζί της. Σας ταιριάζει».

Στη μαμά είπα μόνο:

– Συγχαρητήρια. Τώρα έχεις δύο κόρες. Αλλά η μία είναι προδότρα.

Η μαμά έκλαιγε, ικέτευε. «Σίγουρα ήταν τυχαίο, ξέρεις τι ήσυχος είναι ο Γιούρι». Και η Λένουσκα; «Είναι μικρή, άπειρη». Ήταν είκοσι έξι.

Δύο μήνες μετά έμαθα: μένουν μαζί. Στο δικό μας νοικιασμένο σπίτι. Με τις οικονομίες μας. Η μαμά τούς πήγαινε γλυκά.

Εγώ στο μεταξύ μάζευα τα κομμάτια μου.

Πέρασε ένας χρόνος. Δεν απαντούσα σε τηλέφωνα, δεν πήγαινα σε οικογενειακές γιορτές, άλλαξα δουλειά, μετακόμισα.

Δύο χρόνια μετά, η Λένουσκα εμφανίστηκε στην πόρτα μου.

Με μάτια δακρυσμένα.

– Βίκα, συγγνώμη…

Την κοίταξα. Ήμουν άδεια μέσα μου. Χωρίς θυμό. Μόνο αδιαφορία.

– Με άφησε… – ψιθύρισε. – Έχει άλλη. Πιο νέα.

Έγνεψα. Ήρεμα της είπα:

– Φύγε.

Ποτέ ξανά δεν την αποκάλεσα αδερφή μου. Όχι από εκδίκηση. Απλά έμαθα: έρχομαι πρώτη. Η ανταπόδοση; Ίσως ότι πια δεν πονάει. Μόνο παγωνιά. Βαθιά, απόλυτη, οριστική σιωπή – μετά την καταιγίδα.

Rating
( 1 assessment, average 5 from 5 )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY