– Λαπούσκα, γλυκούλα μου, πού είσαι;

Η νεαρή γάτα είχε κρυφτεί κάτω από κάποιες σανίδες κοντά στον φράχτη. Ήξερε πως η γυναίκα που την φώναζε δεν θα σκύψει να την ψάξει, αλλά παρ’ όλα αυτά προτιμούσε να είναι όσο πιο μακριά γινόταν από τη φωνή της και από την ίδια.
Και είχε δίκιο. Μετά από μερικά προσποιητά καλέσματα, η γυναίκα γύρισε στο σπίτι. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο. Μετά από λίγη ησυχία, η φωνή της ακούστηκε ξανά — αυτή τη φορά από το παράθυρο, γεμάτη θυμό και οργή.
Η Λαπούσκα δεν έδινε σημασία. Οι άνθρωποι ας τα βρουν μεταξύ τους — τουλάχιστον αυτοί μπορούν να μιλήσουν. Εκείνη δεν είχε καν ποιον να την υπερασπιστεί πια.
Ο άντρας που την είχε μαζέψει από τον δρόμο, της είχε προσφέρει ζεστασιά, φαγητό και φροντίδα, είχε εξαφανιστεί. Από την αρχή, κάθε φορά που εκείνος έφευγε, η γυναίκα την κοίταζε με μισό μάτι. Και όταν επέστρεφε, γινόταν υπερβολικά γλυκιά.
– Κισούλα! Ομορφούλα μου! Καρδούλα μου!
Ο άντρας δεν καταλάβαινε τίποτα. Αλλά η γάτα, μόλις είχε ξεφύγει από την ηλικία των γατιών, διέκρινε τον ψυχρό τόνο κάτω από τα γλυκόλογα. Και κατάλαβε. Όταν εκείνος έβγαινε, εκείνη κρυβόταν.
Το βράδυ, όταν γύριζε ο άντρας, τον πλησίαζε, τη χάιδευε, της έβαζε φαγητό, της έφερνε λιχουδιές.
– Λεωνίδα! – φώναζε καμιά φορά η γυναίκα – με τη γάτα περνάς περισσότερο χρόνο απ’ ό,τι με μένα!
Ο Λεωνίδας της απαντούσε ήρεμα, χαϊδεύοντας τη Λαπούσκα στην πλάτη. Εκείνο το όνομα, “Λαπούσκα”, το έλεγε με αληθινή τρυφερότητα.
Έτσι ζούσαν. Δεν ήξερε πόσος καιρός πέρασε. Από το παράθυρο έβλεπε το χιόνι να καλύπτει τα πάντα, μετά τον ήλιο να λιώνει το λευκό, και στη θέση του εμφανίστηκε σκουπίδι, που μετά καθαρίστηκε και φύτρωσε χορταράκι.
Και τότε, ο άντρας χάθηκε. Το πρωί της χάιδεψε, της έβαλε φαγητό και έφυγε. Μα δεν γύρισε.
Η Λαπούσκα τον περίμενε κάτω από τον καναπέ ως το βράδυ. Αλλά εκείνος δεν ήρθε.
Το επόμενο πρωί, πεινασμένη, πήγε στην κουζίνα. Η γυναίκα την είδε.
– Α, να τη, γύρισε… Φάε!
Και της πέταξε φαγητό από ψηλά. Η Λαπούσκα έσκυψε τρομαγμένη, αλλά η πείνα υπερίσχυσε. Έτρωγε κρυφοκοιτάζοντας τη γυναίκα.
– Φάε, γρήγορα, θα αργήσεις σχολείο! – φώναξε σε κάποιον άλλον.

Ένα αγόρι καθόταν στο τραπέζι. Ξαφνικά πέταξε κάτι στη Λαπούσκα.
Η γυναίκα ούρλιαξε. Η γάτα το έβαλε στα πόδια.
Μετά από λίγες μέρες, ο μικρός την πέτυχε με ένα βιβλίο. Εκείνη την ώρα η πόρτα άνοιγε και η Λαπούσκα βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει. Έτρεξε, έφτασε στον κήπο και κρύφτηκε σε μια παλιά χωματερή.
Η γυναίκα την ακολούθησε.
– Λαπούσκα, γλυκούλα μου, πού είσαι; – φώναξε.
Η Λαπούσκα δεν κουνήθηκε.
Τη νύχτα βγήκε, ήπιε νερό από μια λακκούβα, αλλά δεν βρήκε φαγητό.
Την επόμενη μέρα, το ίδιο.
Ακολούθησε μια μυρωδιά. Βρήκε σκουπίδια.
– Σσσσσσ!
Ένας μεγάλος, τραχύς γάτος την κοίταζε από έναν κάδο. Μετά την άφησε να πάρει ένα κομμάτι ψωμί. Το τράβηξε κάτω από τις σανίδες και το έφαγε.
Ο γάτος τη ζύγωσε, την πλησίασε. Εκείνη τον ένιωσε κοντά της. Αλλά ξαφνικά, εμφανίστηκε η γυναίκα με τον μικρό.
– Εκεί είναι! Πιάστην!
Ο γάτος εξαφανίστηκε. Η Λαπούσκα ξανακρύφτηκε.
Τη νύχτα άλλαξε αυλή. Ύστερα και άλλη. Έμαθε να βρίσκει φαγητό. Να καταλαβαίνει τους ανθρώπους.
Σε μια αυλή συνάντησε μια κοπέλα που τάιζε τις γάτες.
– Καινούργια είσαι; – είπε η κοπέλα σε μια φίλη της. – Σπιτόγατα ήσουν, ε; Σε πέταξαν;
– Θα την πάρω – είπε η φίλη της. – Αλλιώς θα γεννήσει γατάκια και ποιος θα τα φροντίσει;

Η κοπέλα πλησίασε προσεκτικά.
– Κισ-κισ-κισ… Καλή μου, Λαπούσκα…
“Μα… πώς ξέρει το όνομά μου;” σκέφτηκε η γάτα.
Η φωνή ήταν ήρεμη. Γλυκιά. Όχι ψεύτικη. Σαν του άντρα που την είχε αγαπήσει.
Η κοπέλα κάθισε, άπλωσε το χέρι. Η Λαπούσκα τη μύρισε. Την άφησε να την χαϊδέψει.
– Έλα στο σπίτι, Λαπούσκα.
Η γάτα την κοίταξε στα μάτια.
– Σου αρέσει; Τότε έτσι θα σε λέω! Λαπούσκα μου!
Η Λαπούσκα προσαρμόστηκε γρήγορα. Πέρασε όλα τα ιατρικά, φόρεσε και το γιλεκάκι της.
Στο νέο της σπίτι υπήρχε και άντρας, και γυναίκα, και δυο αγόρια. Μα κανείς δεν της φώναζε.
Με τον καιρό, η Μάσα, η κοπέλα, απέκτησε δικό της σπίτι.
Όλοι οι άλλοι την επισκέπτονταν και της έφερναν δωράκια.
Καμιά φορά, η Λαπούσκα θυμόταν τον πρώτο άντρα.
Τον λυπόταν. Δεν είναι ζωή αυτή, σε σπίτι με τόση ψυχρότητα.
Ενώ εκείνη, η Λαπούσκα, ζούσε πια στη ζεστασιά. Και όχι μόνο από το καλοριφέρ. Από ανθρώπινες καρδιές.
