Το σχέδιο του άντρα και της πεθεράς της κατέρρευσε μετά από ένα τηλεφώνημα από τον συμβολαιογράφο

Το σχέδιο του άντρα και της πεθεράς της κατέρρευσε μετά από ένα τηλεφώνημα από τον συμβολαιογράφο

Η Ιρίνα μετακίνησε τα ποτηράκια με τα φυτά στο περβάζι. Κάπου στο βάθος του διαμερίσματος ακούγονταν πνιχτές φωνές του άντρα της και της πεθεράς της.

Πάλι συζητούσαν κάτι χωρίς εκείνη. Τον τελευταίο καιρό τέτοιες κρυφές κουβέντες ήταν ο κανόνας.

— Ιρ, το μεσημεριανό είναι έτοιμο; — ο Σεργκέι εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας με το τηλέφωνο στο χέρι.

— Σε δέκα λεπτά, — η Ιρίνα ανακάτεψε τη σούπα. — Τι συζητούσατε πάλι με τη μαμά σου;

Ο άντρας τινάχτηκε. Τα μάτια του έτρεμαν.

— Τίποτα, ανοησίες.

— Τι είδους ανοησίες;

— Άκου, δεν θυμάμαι κάθε μικροπράγμα, — ο Σεργκέι κούνησε εκνευρισμένος το χέρι του. — Πήγαινε καλύτερα πες στη μαμά ότι το φαγητό είναι σχεδόν έτοιμο.

Η Ιρίνα σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και πήγε στο δωμάτιο της πεθεράς. Η Βαλεντίνα Πέτροβνα καθόταν στο τραπέζι και βιαστικά έχωνε κάποια χαρτιά σε έναν φάκελο.

— Κυρία Βαλεντίνα, το φαγητό σε δέκα λεπτά.

— Εντάξει, — ούτε καν σήκωσε το βλέμμα της. — Πάλι το παράκανες με το αλάτι;

— Όχι, αυτή τη φορά όλα καλά, — η Ιρίνα έκανε πως δεν είδε τον φάκελο. — Κάτι σημαντικό συζητούσατε με τον Σεριόζα;

Η Βαλεντίνα σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Και τι σε νοιάζει εσένα; Δεν μπορεί μάνα και γιος να έχουν προσωπικά θέματα;

— Φυσικά και μπορούν, — η Ιρίνα σήκωσε τους ώμους. — Απλώς πριν από έναν μήνα μιλούσατε για ανταλλαγή διαμερισμάτων και τώρα — τίποτα.

— Θα το λύσουμε χωρίς εσένα, — απάντησε κοφτά η πεθερά. — Πήγαινε, έχω πίεση.

Στο τραπέζι του μεσημεριανού επικρατούσε βαριά σιωπή. Ο Σεργκέι ήταν σκυμμένος στο τηλέφωνο, η Βαλεντίνα έτρωγε χωρίς λέξη, με τα χείλη σφιγμένα.

— Σεριόζα, τι γίνεται με την ανταλλαγή του διαμερίσματος; — η Ιρίνα προσπάθησε να μπει από άλλη πλευρά.

Ο άντρας πνίγηκε.

— Τι να γίνει;

— Μα δεν θέλαμε να χωρίσουμε τα σπίτια; Εσύ δεν έλεγες ότι θα παίρναμε εμείς ένα μονόχωρο κι η μαμά ένα μονόχωρο;

— Μην ανακατεύεσαι σε ξένες δουλειές, — επενέβη η Βαλεντίνα. — Θα αποφασίσουμε μόνοι μας.

— Και δεν είναι δική μου δουλειά; — η Ιρίνα ένιωσε να βράζει. — Εγώ τι είμαι εδώ;

— Ιρ, γιατί αρχίζεις πάλι; — ο Σεργκέι συνοφρυώθηκε. — Απλώς τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.

Το βράδυ, ενώ η Ιρίνα έπλενε τα πιάτα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν η γειτόνισσα, η Νίνα.

— Ιρ, μήπως έχεις λίγο αλάτι;

— Έλα μέσα, — η Ιρίνα έβγαλε μια συσκευασία. — Θες τσάι;

— Φέρε, — η Νίνα έπεσε στην καρέκλα. — Πώς τα πάτε εκεί, οι τρεις σας;

— Καλά, — η Ιρίνα έβαλε το βραστήρα. — Απλώς κάτι περίεργο γίνεται με το διαμέρισμα.

— Τι εννοείς;

— Να, θέλαμε να το ανταλλάξουμε, κι τώρα άντρας και πεθερά μου κρύβουν κάτι και με κρατάνε στην απ’ έξω.

Η Νίνα απέστρεψε το βλέμμα.

— Δηλαδή δεν ξέρεις τίποτα; — η Ιρίνα την κοίταξε προσεκτικά.

— Κοίτα, δεν θέλω να κουτσομπολέψω, αλλά… — η Νίνα χαμήλωσε τη φωνή. — Χθες ήμουν στον συμβολαιογράφο, έβγαζα κάτι έγγραφα. Και η πεθερά σου ήταν εκεί. Κάτι έλεγε για κληρονομιά, ότι θέλει να τα αφήσει όλα στον γιο της.

Η Ιρίνα ένιωσε κάτι να κόβεται μέσα της.

— Ποια κληρονομιά; Το διαμέρισμα;

— Δεν ξέρω ακριβώς, — η Νίνα ανακάτεψε το τσάι. — Αλλά ψιθύριζαν. Μπορεί να κάνω λάθος.

Όταν η γειτόνισσα έφυγε, η Ιρίνα έμεινε ώρα στο παράθυρο. Τριάντα χρόνια γάμου και ο άντρας της σχεδιάζει κάτι πίσω από την πλάτη της. Παρέα με τη μαμά του — όπως πάντα.

Την επόμενη μέρα η Ιρίνα πρόσεξε ότι ο Σεργκέι έκρυβε το τηλέφωνο μόλις εκείνη έμπαινε στο δωμάτιο. Και η πεθερά ανακοίνωσε ότι «πάει για δουλειές» — για τρίτη φορά μέσα στην εβδομάδα.

— Πάλι στον συμβολαιογράφο; — δεν άντεξε η Ιρίνα.

Η Βαλεντίνα πάγωσε στην πόρτα.

— Από πού…;

— Δεν έχει σημασία, — η Ιρίνα γύρισε στο παράθυρο. — Χαιρετισμούς.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Ο Σεργκέι ροχάλιζε δίπλα της, κι εκείνη κοιτούσε το ταβάνι νιώθοντας πως είχε γίνει αόρατη στην ίδια της την οικογένεια.

— Γιατί δεν ξέρω τίποτα; — δεν άντεξε και ρώτησε στο πρωινό. — Τι είμαι εγώ για εσάς — ξένη;

Ο Σεργκέι έμεινε με την κούπα στον αέρα.

— Τι λες τώρα;

— Για τα μυστικά σου με τη μαμά! Για τον συμβολαιογράφο! Για τα χαρτιά που κρύβετε!

— Ιρ, γιατί έχεις νεύρα από το πρωί; — ο άντρας άφησε την κούπα. — Ποια μυστικά;

— Μην με περνάς για χαζή, Σεριόζα, — η Ιρίνα χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. — Τριάντα χρόνια μαζί και κάτι σκαρώνεις με τη μαμά σου.

Η Βαλεντίνα μπήκε στην κουζίνα στο αποκορύφωμα του καβγά.

— Τι φωνές είναι αυτές;

— Να, η Ιρίνα χάλασε τον κόσμο, — ο Σεργκέι άνοιξε τα χέρια. — Κάτι χαρτιά νομίζει ότι βλέπει.

— Και ο συμβολαιογράφος; — η Ιρίνα γύρισε προς την πεθερά. — Η Νίνα σάς είδε εκεί!

Το πρόσωπο της Βαλεντίνας χλόμιασε.

— Αυτή η κουτσομπόλα… — έσφιξε τα χείλη. — Μην πιστεύεις τέτοιες σαχλαμάρες.

— Δηλαδή ήσασταν εκεί! — η Ιρίνα ένιωσε τα δάκρυα να ανεβαίνουν. — Τι σχεδιάζετε; Θέλετε να με αφήσετε χωρίς διαμέρισμα;…

— Ηρέμησε, υστερική, — η Βαλεντίνα κάθισε βαριά στην καρέκλα. — Σεριόζα, εξήγησέ της.

— Ιρ, είναι απλώς τα έγγραφα για το διαμέρισμα της μαμάς, — ο άντρας της απέφευγε επίμονα να τη κοιτάξει στα μάτια. — Δεν κάνουμε τίποτα κακό.

— Τότε γιατί το κρύβετε;

— Γιατί πάντα τα κάνεις όλα δράμα! — ο Σεργκέι πετάχτηκε απότομα όρθιος. — Όπως τώρα! Πάω στη δουλειά, βρείτε τα μεταξύ σας.

Η πόρτα έκλεισε με πάταγο. Η Ιρίνα και η Βαλεντίνα έμειναν να κάθονται μέσα σε βαριά σιωπή.

— Θα μάθω έτσι κι αλλιώς, — είπε ήρεμα η Ιρίνα.

Η πεθερά χαμογέλασε στραβά.

— Αν ήσουν πιο έξυπνη, δεν θα ανακατευόσουν.

Το βράδυ η Ιρίνα τηλεφώνησε στη φίλη της, την Τάνια.

— Τάνια, δεν ξέρω τι να κάνω, — η φωνή της έτρεμε. — Κάτι σχεδιάζουν. Κι ο Σεριόζα με κοιτάζει στα μάτια και λέει ψέματα.

— Και ρώτα τον ευθέως: τι, θέλετε να χωρίσετε;

— Φοβάμαι, — παραδέχθηκε η Ιρίνα. — Κι αν όντως το θέλει;

— Καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια παρά να βασανίζεσαι.

Αλλά η Ιρίνα δεν τόλμησε να ρωτήσει. Κάθε βράδυ περίμενε ότι ο Σεργκέι θα μιλούσε πρώτος, θα εξηγούσε. Μα εκείνος ερχόταν αργά, έτρωγε σιωπηλός και πήγαινε κατευθείαν στην τηλεόραση.

Σε μία εβδομάδα η Ιρίνα παρατήρησε ότι είχε αδυνατίσει∙ από το άγχος δεν μπορούσε ούτε να φάει. Κοιμόταν άσχημα και τιναζόταν με κάθε χτύπημα του τηλεφώνου.

Την Παρασκευή η Βαλεντίνα ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε σε μια φίλη της στο εξοχικό για το Σαββατοκύριακο.

— Σεριόζα, μπορούμε να μιλήσουμε; — η Ιρίνα προσπάθησε να τον σταματήσει στην κουζίνα.

— Για τι πράγμα; — ήταν νευρικός και ανυπόμονος.

— Για εμάς. Για το διαμέρισμα. Για ό,τι συμβαίνει.

— Ιρ, πόσες φορές να το πω; Δεν συμβαίνει τίποτα! — την έσπρωξε ελαφρά και πήγε στο δωμάτιο.

Το Σάββατο, όταν ο Σεργκέι έφυγε «για δουλειές», χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο. Η Ιρίνα σήκωσε το ακουστικό.

— Ναι;

— Καλημέρα σας. Εδώ Μαρίνα Βίκτοροβνα, η συμβολαιογράφος. Μπορώ να μιλήσω με την Ιρίνα Σεργκέεβνα;

Η καρδιά της Ιρίνας αναπήδησε.

— Μιλώ.

— Ωραία. Θα χρειαστεί να περάσετε τη Δευτέρα από το γραφείο μου για να υπογράψετε τα έγγραφα.

— Ποια έγγραφα; — η Ιρίνα έσφιξε το ακουστικό μέχρι που άσπρισαν τα δάχτυλά της.

— Για τον διαχωρισμό της περιουσίας. Ο σύζυγός σας και η μητέρα του έχουν ήδη έρθει, αλλά χωρίς τη δική σας υπογραφή δεν μπορούμε να ολοκληρώσουμε τη συμφωνία.

Η Ιρίνα κάθισε αργά στην καρέκλα.

— Ποια συμφωνία;

— Δεν σας εξήγησαν; — η συμβολαιογράφος φάνηκε έκπληκτη. — Τότε καλύτερα να τα πούμε από κοντά. Σας περιμένω τη Δευτέρα στις δέκα. Η διεύθυνση είναι…

Η Ιρίνα σημείωσε τη διεύθυνση με τρεμάμενο χέρι. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, το σπίτι βούιζε από τη σιωπή. Άρα ήταν αλήθεια. Κάτι είχαν οργανώσει με τη Βαλεντίνα. Και δεν σκόπευαν να της πουν τίποτα μέχρι τελευταία στιγμή.

Έμεινε στην πολυθρόνα μέχρι το βράδυ. Δεν άνοιξε τηλεόραση, δεν έφτιαξε φαγητό. Απλώς κοιτούσε τον τοίχο και σκεφτόταν.

Όταν άνοιξε η πόρτα της εισόδου, η Ιρίνα ούτε που γύρισε.

— Τι κάνεις στο σκοτάδι; — ο Σεργκέι άναψε το φως. — Και το φαγητό;

— Μου τηλεφώνησε η συμβολαιογράφος, — είπε ήρεμα η Ιρίνα.

Ο Σεργκέι πάγωσε στην πόρτα.

— Ποια συμβολαιογράφος;

— Η Μαρίνα Βίκτοροβνα. Με περιμένει τη Δευτέρα για να υπογράψω τα χαρτιά για τον διαχωρισμό της περιουσίας.

Το πρόσωπο του άντρα παραμορφώθηκε.

— Ιρ, μπορώ να εξηγήσω…

— Τι ακριβώς μπορείς να εξηγήσεις; — η Ιρίνα τον κοίταξε επιτέλους. — Ότι αποφασίσατε τα πάντα με τη μαμά σου πίσω από την πλάτη μου;

— Δεν είναι έτσι! Θέλαμε το καλύτερο!

— Για ποιον το καλύτερο, Σεργκέι; Για μένα; Ή για εσάς;

Ο Σεργκέι κάθισε βαριά στην καρέκλα απέναντι και έτριψε το πρόσωπό του.

— Δεν καταλαβαίνεις. Η μαμά πιστεύει…

— Δε με νοιάζει τι πιστεύει η μαμά σου! — η Ιρίνα πετάχτηκε όρθια. — Τριάντα χρόνια παντρεμένοι! Τριάντα! Κι εσύ ακόμα πατάς κάτω από το τακούνι της!

— Σταμάτα να φωνάζεις!

— Θα φωνάζω! — τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. — Ξέρεις πώς ένιωθα όλο αυτόν τον μήνα; Σαν προδότης στο ίδιο μου το σπίτι! Σαν ξένη!

Ο Σεργκέι αναστέναξε βαθιά.

— Η μαμά είπε ότι θα κάνεις σκάνδαλο αν μάθεις.

— Να μάθω τι, Σεργκέι; Τι;

— Αποφασίσαμε να μην το ανταλλάξουμε για δύο διαμερίσματα, — μίλησε χαμηλά, κοιτώντας το πάτωμα. — Αλλά να το πουλήσουμε και να πάρουμε σπίτι έξω από την πόλη. Για εμένα και τη μαμά.

— Κι εγώ; — η Ιρίνα έμεινε άφωνη. — Εγώ πού; Στον δρόμο;

— Γιατί το λες έτσι; Θα έπαιρνες αποζημίωση…

— Αποζημίωση;! — δεν πίστευε στ’ αυτιά της. — Δηλαδή εσείς σε σπιτάκι, κι εγώ με λίγα χρήματα — όπου θέλω;

— Ε, τι το φοβερό; — ο Σεργκέι σήκωσε επιτέλους το βλέμμα. — Σαν ζευγάρι σχεδόν δεν υπάρχουμε. Εσύ δεν έλεγες ότι θες να μένεις χωριστά;

— Ήθελα να μείνω χωριστά από τη μαμά σου! Όχι από σένα!

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο του Σεργκέι. Το κοίταξε και έκλεισε την κλήση.

— Είναι η μαμά, — μουρμούρισε. — Θέλει να μάθει πώς αντέδρασες.

— Όλα τα είχατε σχεδιάσει, — η Ιρίνα κούνησε το κεφάλι της. — Ακόμα και την αντίδρασή μου.

— Ιρ, μην το κάνεις τραγωδία…

— Και τι να κάνω;! Να χαρώ που με πετάτε έξω από τη ζωή σας;

Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Ο Σεργκέι αναστέναξε και απάντησε:

— Ναι, μαμά. Ναι, το έμαθε. Όχι, δεν είναι σωστή στιγμή τώρα.

Η Ιρίνα άρπαξε το τηλέφωνο.

— Βάλια, τα ξέρω όλα! — φώναξε. — Το σχέδιό σας απέτυχε! Τη Δευτέρα θα είμαι στον συμβολαιογράφο και θα μάθω τα δικαιώματά μου!

— Ηρέμησε, βλάκα! — ακούστηκε η κοφτή φωνή της πεθεράς. — Δώσε μου τον Σεργκέι!

— Όχι! Φτάνει να διατάζεις! Δεν είμαι η υπηρέτριά σου!

Η Ιρίνα πέταξε το τηλέφωνο στον καναπέ και γύρισε στον άντρα της.

— Πάω στην Τάνια για το Σαββατοκύριακο. Και τη Δευτέρα — στον συμβολαιογράφο.

— Ιρ, πού θα πας τέτοια ώρα; — ο Σεργκέι προσπάθησε να την σταματήσει. — Έλα να μιλήσουμε ήρεμα.

— Τριάντα χρόνια είχαμε καιρό να μιλήσουμε! — εκείνη άρπαξε τη τσάντα και άρχισε να πετάει μέσα πράγματα. — Και ξέρεις κάτι, Σεργκέι; Χαίρομαι κιόλας που έγινε έτσι. Τώρα βλέπω ποιος είσαι στα αλήθεια.

Πέταξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα, χωρίς να ακούσει τι της φώναζε πίσω ο άντρας της. Έξω έκανε κρύο, αλλά η Ιρίνα δεν το ένιωθε. Στο μυαλό της στριφογύριζε μόνο μία σκέψη: «Πώς μπόρεσε;»

Η Τάνια άνοιξε την πόρτα και έμεινε άφωνη.

— Ιρ! Τι έγινε;

— Ήθελαν να με αφήσουν χωρίς σπίτι, — ξέσπασε κλαίγοντας η Ιρίνα στο κατώφλι. — Ο Σεργκέγια με τη μάνα του. Να πάρουν σπίτι για τους δυο τους και σε μένα — ψίχουλα.

— Αυτά τα καθάρματα! — η Τάνια την τράβηξε μέσα. — Έλα, κάτσε, θα σου βάλω τσάι.

Ολόκληρο το Σαββατοκύριακο η Ιρίνα το πέρασε στο σπίτι της Τάνιας. Το τηλέφωνό της χτυπούσε ασταμάτητα από τον Σεργκέι, αλλά δεν απαντούσε. Το βράδυ της Κυριακής ήρθε μήνυμα:
«Η μαμά επέστρεψε. Πρέπει να μιλήσουμε. Γύρνα σπίτι.»

— Μην τολμήσεις! — αγρίεψε η Τάνια. — Πρώτα στον συμβολαιογράφο. Να μάθεις τι παίζεται.

— Έτσι θα κάνω, — είπε η Ιρίνα.

Τη Δευτέρα στις δέκα ακριβώς μπήκε στο γραφείο της συμβολαιογράφου. Η Μαρίνα Βίκτοροβνα, μια δραστήρια γυναίκα μέσης ηλικίας, της έσφιξε σταθερά το χέρι.

— Περάστε, καθίστε. Ο άντρας σας με τη μητέρα του θα έρθουν σε λίγο.

— Ξέρουν ότι θα είμαι εδώ; — απόρησε η Ιρίνα.

— Φυσικά. Τους είπα ξεκάθαρα — χωρίς εσάς δεν υπογράφω τίποτα.

Πέντε λεπτά αργότερα η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν ο Σεργκέι και η Βαλεντίνα. Η πεθερά στραβομουτσούνιασε σαν να δάγκωσε λεμόνι, ο Σεργκέι δεν σήκωνε τα μάτια του.

— Ωραία, όλοι εδώ, — είπε η συμβολαιογράφος και άνοιξε τα έγγραφα. — Λοιπόν, έχουμε πώληση διαμερίσματος στη διεύθυνση…

— Στοπ-στοπ, — την διέκοψε η Ιρίνα. — Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Κανείς δεν μου έχει εξηγήσει τι συμβαίνει.

Η Μαρίνα Βίκτοροβνα γύρισε έκπληκτη προς το ζευγάρι.

— Δεν το συζητήσατε στο σπίτι;

— Όχι, — απάντησε σταθερά η Ιρίνα. — Δεν μου είπαν τίποτα μέχρι που με καλέσατε.

— Καλά τότε, — η συμβολαιογράφος ίσιωσε τα γυαλιά της. — Λοιπόν: ο άντρας σας και η μητέρα του θέλουν να πουλήσουν το διαμέρισμα και να αγοράσουν σπίτι έξω από την πόλη. Αλλά το διαμέρισμα είναι κοινή περιουσία με τον σύζυγό σας, οπότε χωρίς εσάς δεν γίνεται τίποτα.

— Και εγώ τι παίρνω; — η Ιρίνα έσφιξε την τσάντα της.

— Σύμφωνα με τα χαρτιά που έφεραν, δικαιούστε χρηματική αποζημίωση — το ένα τέταρτο της αξίας.

— Ένα τέταρτο;! — η Ιρίνα πετάχτηκε. — Έχω δικαίωμα στη μισή!

— Απολύτως σωστό, — κούνησε το κεφάλι η συμβολαιογράφος. — Γι’ αυτό σας κάλεσα. Αυτά τα έγγραφα δεν έχουν καμία νομική αξία.

Η Βαλεντίνα πρασίνισε.

— Τι ανοησίες είναι αυτές! Ο Σεργκέι είπε ότι τα συμφωνήσατε!

— Τι ακριβώς συμφωνήσαμε; — εξαγριώθηκε η Ιρίνα. — Το Σάββατο έμαθα από τη συμβολαιογράφο ότι κάτι μαγειρεύετε!

Η συμβολαιογράφος κοίταξε αυστηρά τον Σεργκέι.

— Μου δώσατε ψευδή εικόνα. Χωρίς συναίνεση συζύγου, αυτά τα χαρτιά είναι σκέτο τίποτα.

— Στο ’λεγα, μαμά, — μουρμούρισε ο Σεργκέι. — Έπρεπε από την αρχή να μιλήσουμε ανθρώπινα με την Ιρίνα.

— Και τώρα; — η Βαλεντίνα χτύπησε το τραπέζι. — Πάνε όλα χαμένα;

— Όχι απαραίτητα, — είπε ήρεμα η συμβολαιογράφος. — Μπορείτε να κάνετε νέα συμφωνία. Δίκαιη.

— Όχι, — είπε ξαφνικά η Ιρίνα. — Καμία συμφωνία.

Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν.

— Ξέρετε, — είπε ήρεμα αλλά σταθερά. — Τριάντα χρόνια ζούσα σαν πατάκι. Έκανα ό,τι μου λέγανε. Υπέμενα. Και αυτή είναι η ανταμοιβή — να με πετάξουν με το ένα τέταρτο της τιμής.

Σηκώθηκε.

— Μαρίνα, θέλω να καταθέσω αίτηση διαζυγίου. Και να γίνει κανονικός δικαστικός διαχωρισμός περιουσίας. Σύμφωνα με τον νόμο.

— Ιρίνα, τι κάνεις; — ο Σεργκέι σήκωσε επιτέλους τα μάτια. — Μπορούμε να το λύσουμε…

— Όχι, Σεργκέι. Δεν μπορούμε. Δεν σου έχω ούτε δεκάρα εμπιστοσύνη.

— Αχάριστη χαζή! — ούρλιαξε η Βαλεντίνα. — Σε ταΐζαμε, σε ποτίζαμε, κι εσύ…

— Σκάσε, — τη διέκοψε η Ιρίνα. — Πάντα στεκόσουν ανάμεσά μας. Κι εσύ, Σεργκέι — πάντα διάλεγες εκείνη, όχι εμένα.

— Η Ιρίνα έχει δίκιο, — είπε απρόσμενα η συμβολαιογράφος. — Φερθήκατε άδικα. Μπορώ να σας δώσω τον αριθμό ενός καλού δικηγόρου, — πρόσθεσε, στρεφόμενη στην Ιρίνα.

Τρεις μήνες αργότερα το δικαστήριο μοίρασε την περιουσία. Η Ιρίνα πήρε το νόμιμο μισό της και αγόρασε ένα μικρό αλλά άνετο διαμέρισμα στη διπλανή συνοικία.

Την ημέρα των εγκαινίων η Τάνια έφερε τούρτα και σαμπάνια.

— Τι λες; Πώς νιώθεις; — ρώτησε καθώς γέμιζε τα ποτήρια.

Η Ιρίνα κοίταξε γύρω. Μικρό, αλλά δικό της σπίτι. Κανείς δεν τη μαλώνει. Κανείς δεν ψιθυρίζει πίσω από την πλάτη της.

— Τάνια… είναι σαν να ξαναγεννήθηκα, — χαμογέλασε. — Πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια ζω για εμένα.

— Κι ο Σέργκεϊ;

— Αυτός και η μαμά του τελικά πήραν σπιτάκι. Μικρότερο απ’ ό,τι θέλανε, αλλά… το πήραν. Ας ζουν.

— Δεν τους λυπάσαι;

Η Ιρίνα κούνησε το κεφάλι.

— Λυπάμαι μόνο που δεν έφυγα νωρίτερα. Τόσα χρόνια πήγαν χαμένα.

Σήκωσε το ποτήρι.

— Στη νέα ζωή. Χωρίς φόβο. Χωρίς να κοιτάζω πίσω. Στη δική μου ζωή.

— Στη δική σου ζωή, — η Τάνια τσούγκρισε το ποτήρι της με της φίλης της.

Και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Ιρίνα ένιωσε πως — τώρα όλα ήταν στη θέση τους.

Rating
( 3 assessment, average 3.67 from 5 )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY