Ένας ηλικιωμένος άνδρας καθόταν ήρεμα στην άκρη μιας παλιάς ξύλινης προβλήτας, κρατώντας ένα καλάμι ψαρέματος, όταν παρατήρησε τρεις νεαρούς να τον πλησιάζουν με προκλητικά χαμόγελα.

Ένας ηλικιωμένος άνδρας καθόταν ήρεμα στην άκρη μιας παλιάς ξύλινης προβλήτας, κρατώντας ένα καλάμι ψαρέματος, όταν παρατήρησε τρεις νεαρούς να τον πλησιάζουν με προκλητικά χαμόγελα.

Κανείς τους, όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα κατέληγε αυτή η συνάντηση…

Το πρωινό ήταν δροσερό και γαλήνιο. Μια λεπτή ομίχλη απλωνόταν πάνω από τη λίμνη, κρύβοντας την απέναντι όχθη. Καθισμένος σε μια πτυσσόμενη καρέκλα, ο ηλικιωμένος παρακολουθούσε προσεκτικά τον φελλό του.

Δίπλα του βρισκόταν ένας μεταλλικός κουβάς, μέσα στον οποίο μερικά φρεσκοπιασμένα ψάρια κινούνταν ακόμη.

Ξαφνικά, η ηρεμία διακόπηκε από βαριά βήματα.

Τρεις νεαροί στάθηκαν πίσω του, μιλώντας δυνατά και ανταλλάσσοντας ειρωνικά βλέμματα. Η συμπεριφορά τους πρόδιδε μια αλαζονεία που είχε γεννηθεί από τη συνήθεια να μην τους αντιμιλά ποτέ κανείς.

— Ε, γέρο, δεν σε έχουμε ξαναδεί εδώ, είπε ένας από αυτούς με σαρκαστικό χαμόγελο.

— Ξέρεις καν πού κάθεσαι; πρόσθεσε ένας άλλος.

— Αυτή η λίμνη είναι δική μας περιοχή. Αν θέλεις να ψαρεύεις εδώ, πρέπει να πληρώσεις.

Ο ηλικιωμένος δεν απάντησε αμέσως. Μάζεψε αργά την πετονιά του, έλεγξε το αγκίστρι και έπειτα γύρισε ελαφρά το κεφάλι του.

— Αυτή η λίμνη ανήκει σε όλους, είπε ήρεμα. Κανείς δεν χρειάζεται να πληρώσει για να βρίσκεται εδώ. Έχω ακριβώς το ίδιο δικαίωμα με εσάς να απολαμβάνω αυτό το μέρος.

Οι τρεις νεαροί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ξέσπασαν σε γέλια.

— Το ακούσατε αυτό; είπε ένας από αυτούς. Μας κάνει μάθημα για τα δικαιώματα.

— Άκου καλά, απάντησε ένας άλλος με πιο σκληρό τόνο. Είναι η τελευταία φορά που στο ζητάμε. Ή πληρώνεις… ή φεύγεις.

Ο ηλικιωμένος έστρεψε ξανά το βλέμμα του προς το νερό, σαν η παρουσία τους να μην είχε καμία απολύτως σημασία.

Η αδιαφορία του τούς εξόργισε ακόμη περισσότερο.

— Τι έγινε, είσαι κουφός;

— Ε! Σε σένα μιλάμε!

Ένας από τους νεαρούς προχώρησε απότομα και κλώτσησε δυνατά τον κουβά. Το μέταλλο αντήχησε εκκωφαντικά και το δοχείο κατρακύλησε στη λίμνη μαζί με τα ψάρια.

Ο ηλικιωμένος δεν αντέδρασε. Τακτοποίησε ήρεμα το καλάμι του και συνέχισε να παρακολουθεί τον φελλό.

Τα χαμόγελα είχαν πλέον εξαφανιστεί από τα πρόσωπα των τριών ανδρών.

— Σου είπα να πληρώσεις ή να εξαφανιστείς, ξεστόμισε ένας από αυτούς μέσα από τα σφιγμένα του δόντια.

Καμία απάντηση.

Η σιωπή του ηλικιωμένου ήταν πιο ταπεινωτική από οποιαδήποτε προσβολή.

— Πολύ καλά… ψιθύρισε εκείνος που στεκόταν πιο κοντά. Αφού δεν καταλαβαίνει με τα λόγια…

Σήκωσε τη γροθιά του και έκανε ένα βήμα μπροστά, έτοιμος να χτυπήσει τον ηλικιωμένο.

Όμως, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, συνέβη κάτι εντελώς απρόσμενο…

Και τότε, μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, όλα εξελίχθηκαν αστραπιαία.

Ο ηλικιωμένος σηκώθηκε απότομα όρθιος.

Με μια γρήγορη και απόλυτα ελεγχόμενη κίνηση, άρπαξε το χέρι του νεαρού που ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει, το στρίβει δυναμικά και τον έριξε στο έδαφος. Ο νεαρός φώναξε από τον πόνο καθώς χτύπησε με δύναμη στις ξύλινες σανίδες της προβλήτας.

Ο δεύτερος όρμησε αμέσως προς το μέρος του, αλλά δέχθηκε ένα σύντομο και ακριβές χτύπημα στο στήθος. Η ανάσα του κόπηκε και λύγισε στα δύο, κρατώντας σφιχτά την κοιλιά του.

Ο τρίτος, κυριευμένος από φόβο, προσπάθησε να απομακρυνθεί. Μέσα στον πανικό του, όμως, παραπάτησε στην άκρη της προβλήτας και έπεσε στη λίμνη με έναν δυνατό παφλασμό.

Ο ηλικιωμένος παρέμεινε ακίνητος.

Η στάση του ήταν ήρεμη, σχεδόν χαλαρή, σαν να είχε μόλις ολοκληρώσει κάτι απολύτως συνηθισμένο.

Κοίταξε τους τρεις νεαρούς και είπε με σταθερή, ήρεμη φωνή:

— Εξακολουθείτε να μην έχετε καταλάβει ποιον προκαλέσατε.

Ένας από τους νεαρούς προσπάθησε να σηκωθεί, μορφάζοντας από τον πόνο.

Τότε ο ηλικιωμένος έκανε ένα βήμα μπροστά.

— Υπηρέτησα επί τριάντα χρόνια σε ειδική μονάδα. Έχω συναντήσει εκατοντάδες ανθρώπους σαν κι εσάς.

Η φωνή του ήταν αποφασιστική, χωρίς ίχνος θυμού, αλλά αρκετά επιβλητική ώστε να τους κάνει να διστάσουν.

— Τώρα φύγετε. Όσο μπορείτε ακόμη να το κάνετε με τα δικά σας πόδια.

Οι τρεις νεαροί αντάλλαξαν ανήσυχα βλέμματα.

Όλη η αλαζονεία τους είχε εξαφανιστεί. Τα ειρωνικά χαμόγελα είχαν σβήσει από τα πρόσωπά τους και στη θέση τους είχαν εμφανιστεί η αμηχανία και η ανησυχία.

Αυτή τη φορά, κανείς δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί.

Χωρίς να πουν άλλη λέξη, γύρισαν την πλάτη τους και απομακρύνθηκαν βιαστικά από την προβλήτα.

Σιγά-σιγά, η ησυχία επέστρεψε στη λίμνη.

Ο ηλικιωμένος κάθισε ξανά ήρεμα στην πτυσσόμενη καρέκλα του, πήρε το καλάμι του και έστρεψε την προσοχή του στα γαλήνια νερά.

Οι κυματισμοί που είχε αφήσει πίσω του ο πεσμένος κουβάς είχαν σχεδόν σβήσει.

Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ απολύτως τίποτα.

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY