«Για ποιο λόγο πρέπει εγώ να συντηρώ την κόρη σου; Έχει τον βιολογικό της πατέρα, αυτός πρέπει να πληρώνει διατροφή! Έχω ήδη ξοδέψει μια περιουσία για εκείνη!»

«Για ποιο λόγο πρέπει εγώ να συντηρώ την κόρη σου; Έχει τον βιολογικό της πατέρα, αυτός πρέπει να πληρώνει διατροφή! Έχω ήδη ξοδέψει μια περιουσία για εκείνη!»

Ο Νικήτας στεκόταν για πολλή ώρα στο παράθυρο, παρακολουθώντας τις σταγόνες της βροχής να κυλούν στο τζάμι. Ήταν σαν να είχαν θολώσει τα πάντα – η πόλη, τα κτίρια, οι άνθρωποι. Ένιωθε την ένταση να τον πλακώνει στο στήθος. Όλα όσα είχαν μαζευτεί μέσα του για εβδομάδες, για μήνες, ξέσπασαν σε μία και μόνο έκρηξη θυμού – δυνατά, σκληρά, σχεδόν ανελέητα.

Κάθισε στον καναπέ, κοιτώντας το κενό, ακούγοντας τη σιωπή. Το διαμέρισμα, χωρίς τη Νάστια και τον γιο τους, φαινόταν ξαφνικά ξένο. Κάπου βαθιά μέσα του ένιωθε τύψεις. Ήξερε πως δεν έπρεπε να της μιλήσει έτσι. Όχι με εκείνη τη σκληρότητα που είδε στα μάτια της. Δεν ήταν εχθρός. Αλλά ούτε κι αυτός. Απλώς είχε κουραστεί. Από όλα. Από τη συνεχή αίσθηση ότι τον εκμεταλλεύονται, ότι του ζητούν πάντα περισσότερα.

Θυμήθηκε τη στιγμή που κράτησε για πρώτη φορά στην αγκαλιά του τον Βαντίμ. Πόσο έτρεμαν τα χέρια του τότε, πώς σφιγγόταν η καρδιά του από αγάπη και φόβο. Τότε υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα είναι καλός πατέρας. Τώρα, γιατί είχε φτάσει ως εδώ;

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Νικήτας πετάχτηκε. Στην οθόνη φάνηκε το όνομα της Νάστιας.

– Ναι; – απάντησε επιφυλακτικά.

– Συγγνώμη που φώναξα – είπε η Νάστια με ήρεμη φωνή. – Απλώς… κουράστηκα. Να εξηγώ συνεχώς, να ζητώ, να δικαιολογούμαι. Δεν θέλω να νιώθεις υποχρεωμένος να βοηθάς. Αλλά μόνη μου… δεν μπορώ.

Ο Νικήτας δεν απάντησε αμέσως. Στο βάθος άκουγε τον μικρό τους γιο να γουργουρίζει. Ένας κόμπος του έφραξε τον λαιμό.

– Ούτε εγώ ήμουν δίκαιος – αναστέναξε. – Κάτι έσπασε μέσα μου. Είμαι κουρασμένος. Η δουλειά, οι λογαριασμοί, η πίεση. Ίσως απλώς φοβάμαι. Ότι θα μας καταστρέψει όλο αυτό.

Η Νάστια σώπασε για λίγο, μετά είπε:

– Είμαι στη μαμά μου. Μη νοιάζεσαι. Ο μικρός έφαγε, κοιμάται. Ήθελα απλώς να μιλήσουμε. Χωρίς φωνές.

– Έλα πίσω – είπε ο Νικήτας. – Ή ας βρεθούμε αύριο κάπου. Ήρεμα, ειλικρινά. Είσαι σημαντική για μένα. Εσύ κι η Όλια. Απλώς… δώσε μου λίγο χρόνο να μάθω πώς να διαχειριστώ όλο αυτό.

Η Νάστια αναστέναξε, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της.

– Εντάξει. Αύριο. Αλλά μην απομακρύνεσαι, Νικήτα. Δεν το αντέχω. Είμαστε οικογένεια. Έστω κι αν δεν είμαστε τέλειοι.

Ο Νικήτας έκλεισε το τηλέφωνο και ξανακάθισε κοντά στο παράθυρο. Η βροχή είχε δυναμώσει. Μα μέσα σ’ αυτή τη μουντάδα, κάτι ζεστό άναψε μέσα του. Ίσως δεν είχαν τελειώσει όλα. Ίσως, αν και οι δύο προσπαθούσαν – όσο δύσκολο κι αν ήταν – μπορούσαν να χτίσουν κάτι αληθινό.

Την επόμενη μέρα, πήγε στο καφέ όπου είχαν δώσει ραντεβού. Η Νάστια τον περίμενε ήδη. Η Όλια καθόταν δίπλα της και ζωγράφιζε ένα βιβλίο ζωγραφικής. Όταν ο Νικήτας πλησίασε, το κορίτσι τον κοίταξε και του χαμογέλασε αχνά.

Κάθισε και άφησε έναν φάκελο μπροστά στη Νάστια.

– Δεν είναι μόνο για τα αθλητικά παπούτσια. Απλώς… θέλω να σου είναι λίγο πιο εύκολο. Και να δεις ότι προσπαθώ. Με κάποιο τρόπο.

Η Νάστια τον κοίταξε χωρίς επίπληξη. Μόνο κόπωση και ευγνωμοσύνη.

– Ευχαριστώ. Σημαίνει πολλά για μένα.

Ξαφνικά, η Όλια σηκώθηκε, πήγε στον Νικήτα και τον αγκάλιασε. Εκείνος ξαφνιάστηκε, αλλά ανταπέδωσε την αγκαλιά.

– Ευχαριστώ, κύριε Κίτια – ψιθύρισε η μικρή.

Τότε ο Νικήτας κατάλαβε πως κάτι αλλάζει. Ίσως όχι αμέσως. Αλλά αλλάζει. Και αυτό – ήταν η αρχή.

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY