— Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα δωρεάν για τη μητέρα σου! Όπως φέρεται εκείνη σε μένα, έτσι θα φερθώ κι εγώ σ’ εκείνη! Κατάλαβες;

— Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα δωρεάν για τη μητέρα σου! Όπως φέρεται εκείνη σε μένα, έτσι θα φερθώ κι εγώ σ’ εκείνη! Κατάλαβες;

Η Λάρισα σήκωσε τα μάτια από τον υπολογιστή όταν ο Αντρέι μπήκε στην κουζίνα. Από την όψη του κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο άντρας της στεκόταν στο κατώφλι, αλλάζοντας βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, σαν μαθητής μπροστά στο γραφείο του διευθυντή.

— Τι συνέβη; — ρώτησε, κλείνοντας το λάπτοπ.

Ο Αντρέι πλησίασε το τραπέζι και κάθισε απέναντί της. Τα χέρια του φαινόταν πως δεν έβρισκαν θέση.

— Λάρισ, η μαμά έχει σύντομα γενέθλια. Γίνεται εξήντα. Θέλει να οργανώσει μεγάλη γιορτή, να καλέσει όλους τους συγγενείς, τους φίλους…

Η Λάρισα ένιωσε μέσα της ένα σφίξιμο. Όποτε η κουβέντα έφτανε στη πεθερά της, τίποτα καλό δεν ακολουθούσε.

— Και λοιπόν;

— Ζητάει βοήθεια με την προετοιμασία. Ξέρεις, να στρώσουμε τραπέζι, να φτιάξουμε σαλάτες, το ζεστό πιάτο… Μόνη της δεν θα τα καταφέρει.

Η Λάρισα ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας. Επτά χρόνια πριν, όταν ο Αντρέι την είχε φέρει πρώτη φορά στη μητέρα του, η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα την είχε υποδεχτεί ψυχρά. «Δεν είναι του κύκλου μας», είχε ακούσει τότε η Λάρισα πίσω από κλειστή πόρτα. Από τότε οι σχέσεις τους μόνο χειροτέρευαν.

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα, πρώην φιλόλογος, θεωρούσε τον εαυτό της διανοούμενη και κοιτούσε τη Λάρισα αφ’ υψηλού. Εκείνη δούλευε σε εταιρεία πληροφορικής, κέρδιζε περισσότερα από τον άντρα της, αλλά αυτό δεν της έδινε πόντους στα μάτια της πεθεράς της. «Τα κορίτσια από καλές οικογένειες μένουν στο σπίτι με τα παιδιά, δεν κάνουν καριέρα», είχε ακούσει πολλές φορές η Λάρισα.

Κι επιπλέον η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα δεν μπορούσε να συγχωρήσει ότι ο γιος της μετακόμισε με τη γυναίκα του αντί να τη φέρει στο πατρικό. «Ζω μόνη κι αυτός δεν σκέφτεται εμένα», παραπονιόταν σε όλους.

— Γιατί να βοηθήσω μια γυναίκα που με μισεί από την πρώτη μέρα; — ρώτησε η Λάρισα.

Ο Αντρέι αναστέναξε.

— Δεν σε μισεί. Απλώς… της είναι δύσκολο να δεχτεί ότι μεγάλωσα.

— Αντρέι, είπε μπροστά μου στη θεία σου ότι θα ήταν καλύτερα να παντρευόσουν τη Σβέτκα Κορόβινα. Μπροστά μου! Κι όταν τόλμησα να απαντήσω, δήλωσε ότι στο σπίτι τους δεν συνηθίζεται να μιλούν άσχημα στους μεγαλύτερους.

— Η μαμά καμιά φορά μπορεί να είναι λίγο απότομη…

— Απότομη; — Η Λάρισα σηκώθηκε από το τραπέζι. — Με αποκάλεσε ξερόλα που καβαλάει καλάμι επειδή έχει λεφτά. Είπε στους γείτονες ότι δεν σε φροντίζω, επειδή το πουκάμισό σου ήταν τσαλακωμένο. Αυτή…

— Φτάνει! — την διέκοψε ο Αντρέι. — Ξέρω ότι τα πράγματα δεν είναι ιδανικά μεταξύ σας. Αλλά είναι η μητέρα μου. Και γίνεται εξήντα. Έχει καλέσει καμιά τριανταριά άτομα, δεν θα τα καταφέρει μόνη.

— Τότε γιατί να καλέσει τόσους, αν δεν μπορεί να οργανώσει;

— Τους κάλεσε ήδη. Δεν ακυρώνεις μια τέτοια γιορτή.

Η Λάρισα περπάτησε στην κουζίνα και στάθηκε στο παράθυρο.

— Ας προσλάβει catering. Θα τα φτιάξουν όλα.

— Θέλει χρήματα αυτό, κι η μαμά έχει μικρή σύνταξη.

— Έχει γιο. Που μπορεί να πληρώσει για τη γιορτή της.

— Λάρισ, ξέρεις ότι έχω δυσκολίες στη δουλειά τώρα. Δεν μου έδωσαν μπόνους, καθυστερούν τον μισθό…

Η Λάρισα γύρισε προς τον άντρα της. Ο Αντρέι καθόταν με το κεφάλι σκυφτό. Σε τέτοιες στιγμές της φαινόταν αδύναμος, ανίκανος να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την οικογένειά του.

— Καλά, — είπε ψυχρά. — Τότε ας λύσει μόνη της τα προβλήματά της η μανούλα σου. Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα δωρεάν για τη μητέρα σου! Όπως εκείνη σε μένα, έτσι κι εγώ σ’ εκείνη! Κατάλαβες;

Ο Αντρέι σήκωσε το κεφάλι.

— Λάρισα, μα τι κάνεις σαν παιδί; Δεν μπορείς να ξεχάσεις τα παράπονα για μια μέρα;

— Παράπονα; — Η Λάρισα γέλασε. — Αντρέι, η μητέρα σου εδώ και επτά χρόνια κάνει τα πάντα για να νιώθω ξένη στην οικογένειά σας. Ακόμα σου τηλεφωνεί κάθε μέρα, ρωτάει αν πεινάς, αν κρυώνεις. Λες κι εγώ δεν μπορώ να σε φροντίσω. Σου αγοράζει κάλτσες και εσώρουχα, ενώ έχεις γυναίκα. Αυτή…

— Απλώς ανησυχεί για μένα.

— Απλώς δεν μπορεί να αφήσει τον γιο της! Και κάνει τα πάντα για να καταστρέψει τον γάμο μας!

Ο Αντρέι σηκώθηκε και την πλησίασε.

— Λάρισ, σε παρακαλώ. Είναι μόνο μία μέρα. Κάν’ το για μένα.

— Όχι. — Η Λάρισα τραβήχτηκε. — Δεν θα υποκριθώ πια την ευτυχισμένη οικογένεια. Η μητέρα σου με αντιμετωπίζει σαν εχθρό, κι εγώ δεν σκοπεύω να της χαμογελώ άλλο.

Εκείνο το βράδυ μίλησαν ελάχιστα. Ο Αντρέι έμεινε για ώρα στην κουζίνα, χαζεύοντας το κινητό, ενώ η Λάρισα διάβαζε στο υπνοδωμάτιο. Όταν εκείνος ξάπλωσε επιτέλους δίπλα της, προσποιήθηκε ότι κοιμόταν.

Την επόμενη μέρα ο Αντρέι έφυγε νωρίς για τη δουλειά, χωρίς να την αποχαιρετήσει. Η Λάρισα δούλευε από το σπίτι, αλλά ως το μεσημέρι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στις αναφορές της. Ήξερε ότι είχε φερθεί σκληρά, όμως ένιωθε πως είχε δίκιο.

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα δεν την είχε δεχτεί ποτέ ως μέλος της οικογένειας. Στις οικογενειακές φωτογραφίες πάντα στεκόταν έτσι ώστε η Λάρισα να μένει στην άκρη ή να μην εμφανίζεται καν. Στις γιορτές έκανε δώρα μόνο στον γιο της, «ξεχνώντας» τη νύφη. Όταν η Λάρισα προσπάθησε να αλλάξει τη διάταξη των επίπλων στο σπίτι τους, η πεθερά της δήλωσε: «Στην οικογένειά μας δεν αγγίζουμε οικογενειακά πράγματα χωρίς άδεια». Κι όμως τα έπιπλα τα είχαν αγοράσει εκείνη και ο άντρας της με κοινά χρήματα.

Κι επιπλέον, η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα είχε τη συνήθεια να έρχεται χωρίς προειδοποίηση και να μένει για ώρες. Μπορούσε να εμφανιστεί ένα Σάββατο πρωί λέγοντας «μου έλειψε ο γιος μου» και να καθίσει μέχρι το βράδυ. Με τη Λάρισα σχεδόν δεν μιλούσε, κι αν εκείνη προσπαθούσε να μπει στη συζήτηση, έσφιγγε τα χείλη και γύριζε αλλού.

Στις δυόμισι ακριβώς ακούστηκε το κουδούνι. Η Λάρισα κοίταξε από το ματάκι και πάγωσε — στο πλατύσκαλο στεκόταν η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα με μια ανθοδέσμη.

— Λάρισα, άνοιξέ μου, σε παρακαλώ. Πρέπει να μιλήσουμε.

Η Λάρισα άνοιξε αργά την πόρτα. Η πεθερά της έμοιαζε ασυνήθιστη — τα μαλλιά της δεν ήταν τόσο προσεγμένα όπως συνήθως, και στο πρόσωπό της υπήρχε κούραση.

— Κυρία Βαλεντίνα; Συμβαίνει κάτι; Ο Αντρέι δεν είναι σπίτι.

— Ήρθα για σένα. — Η πεθερά της της έτεινε τα λουλούδια. — Μπορώ να μπω;

Η Λάρισα την άφησε να περάσει στο χολ και πήρε την ανθοδέσμη. Λευκά τριαντάφυλλα — ακριβά, όμορφα. Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα ποτέ δεν της είχε χαρίσει λουλούδια.

— Περάστε στην κουζίνα. Θα πάρετε τσάι;

— Ευχαριστώ.

Κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλές. Η Λάρισα έβαλε το βραστήρα, τακτοποίησε τις κούπες. Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα καθόταν ίσια, με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατα.

— Ο Αντρέι είπε ότι δεν θέλεις να βοηθήσεις με τα γενέθλια, — είπε τελικά.

— Έτσι είναι.

— Μπορώ να μάθω γιατί;

Η Λάρισα σταμάτησε στη μέση της κουζίνας.

— Σοβαρά; Δεν καταλαβαίνετε στ’ αλήθεια;

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα έμεινε σιωπηλή.

— Εντάξει. — Η Λάρισα κάθισε απέναντι. — Επτά χρόνια, κυρία Βαλεντίνα. Επτά χρόνια μου δείχνετε ότι εδώ είμαι περιττή. Ότι δεν είμαι άξια για τον γιο σας. Ότι είμαι κακή σύζυγος, κακή γυναίκα, γενικά κακός άνθρωπος. Και τώρα θέλετε να μαγειρέψω δωρεάν για τους καλεσμένους σας;

— Ποτέ δεν είπα ότι είσαι κακός άνθρωπος.

— Δεν είπατε; — Η Λάρισα σηκώθηκε, άνοιξε το συρτάρι του τραπεζιού κι έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο. — Κρατάω ημερολόγιο από τις «επικοινωνίες» μας. «Η Λάρισα δεν ξέρει να μαγειρεύει όπως όλες οι κανονικές σύζυγοι». «Η Λάρισα δουλεύει υπερβολικά και ξεχνά την οικογένεια». «Στις καλές οικογένειες οι σύζυγοι δεν κερδίζουν περισσότερα από τους άντρες τους». «Η Λάρισα ντύνεται προκλητικά». Να συνεχίσω;

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα χλόμιασε.

— Εγώ… δεν φαντάστηκα ότι τα έπαιρνες έτσι.

— Πώς αλλιώς έπρεπε να τα πάρω;…

Ο βραστήρας σφύριξε. Η Λάρισα ετοίμασε το τσάι και έβαλε ένα φλιτζάνι μπροστά στην πεθερά της.

— Λάρισα, ήρθα να ζητήσω βοήθεια. — Η φωνή της Βαλεντίνας Σεργκέεβνα έτρεμε. — Πραγματικά κάλεσα πολλούς ανθρώπους και τώρα δεν ξέρω πώς να τα οργανώσω όλα. Αν δεν με βοηθήσεις, θα πρέπει να τα ακυρώσω. Και τόσα χρόνια ονειρευόμουν αυτή τη γιορτή… Να μαζέψω όλους σ’ ένα τραπέζι…

— Γιατί δεν απευθυνθήκατε σε άλλους συγγενείς; Στην θεία Σβέτα, για παράδειγμα; Είναι αδερφή σας, σίγουρα θα βοηθούσε.

— Η Σβέτα ζει σε άλλη πόλη. Θα έρθει μόνο την ημέρα της γιορτής.

— Και οι γειτόνισσες; Οι φίλες σας;

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα κατέβασε το βλέμμα.

— Δεν έχω τόσους κοντινούς ανθρώπους. Κι αυτοί που έχω… είναι κι αυτοί πια μεγάλοι.

Η Λάρισα την κοίταξε προσεκτικά. Για πρώτη φορά στα επτά χρόνια την έβλεπε έτσι — αμήχανη, παρακλητική, σχεδόν ανυπεράσπιστη.

— Ξέρετε κάτι, κυρία Βαλεντίνα, — είπε η Λάρισα αργά, — είμαι διατεθειμένη να σας βοηθήσω. Αλλά με έναν όρο.

Η πεθερά της σήκωσε το κεφάλι.

— Ποιον;

— Θα ζητήσετε συγγνώμη από μένα. Για όλα αυτά τα χρόνια. Για το ότι δεν με δεχθήκατε στην οικογένεια. Για το ότι με ταπεινώνατε μπροστά σε άλλους. Για το ότι προσπαθούσατε να με τσακώσετε με τον Αντρέι.

Μια μακριά παύση. Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα έσφιγγε το φλιτζάνι με τρεμάμενα χέρια.

— Εγώ… — σταμάτησε, ύστερα ξανάρχισε. — Ζητώ συγγνώμη, Λάρισα. Έκανα λάθος. Φοβόμουν να χάσω τον γιο μου και γι’ αυτό… γι’ αυτό σου φερόμουν άσχημα. Συγχώρεσέ με.

Τα λόγια ακούστηκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά. Η Λάρισα δεν ήταν σίγουρη αν η συγγνώμη ήταν ειλικρινής, αλλά έγνεψε.

— Εντάξει. Θα σας βοηθήσω με τα γενέθλια.

Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα αναστέναξε με ανακούφιση.

— Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.

— Μόνο που θα κάνουμε τα πάντα σύμφωνα με το δικό μου σχέδιο. Χωρίς παρατηρήσεις και συμβουλές. Συμφωνούμε;

— Συμφωνούμε.

Οι επόμενες δύο εβδομάδες κύλησαν με εντατική προετοιμασία. Η Λάρισα συνέταξε το μενού, μοίρασε αρμοδιότητες, οργάνωσε την αγορά των προϊόντων. Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα πράγματι δεν ανακατευόταν, μόνο εκτελούσε ό,τι της ανέθεταν.

Σιγά σιγά ο πάγος ανάμεσά τους άρχισε να λιώνει. Δουλεύοντας μαζί, άρχισαν χωρίς να το καταλάβουν να μιλούν περισσότερο. Η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα διηγούνταν ιστορίες από τη ζωή του Αντρέι, έδειχνε παλιές φωτογραφίες. Η Λάρισα μοιραζόταν σχέδια για το μέλλον, μιλούσε για τη δουλειά της.

— Ξέρεις, — είπε μια μέρα η πεθερά, κόβοντας λαχανικά για τη σαλάτα, — πραγματικά σε φοβόμουν. Είσαι τόσο ανεξάρτητη, επιτυχημένη. Κι εγώ είχα συνηθίσει ο Αντριούσα να βασίζεται σε μένα για τα πάντα. Νόμιζα ότι θα μου τον πάρεις.

— Κυρία Βαλεντίνα, δεν θέλω να σας πάρω τον Αντρέι. Θέλω να είμαι η γυναίκα του. Κι εσείς — η μητέρα του. Αυτοί είναι διαφορετικοί ρόλοι.

— Ναι, τώρα το καταλαβαίνω.

Τα γενέθλια κύλησαν υπέροχα. Οι καλεσμένοι ενθουσιάστηκαν με τα εδέσματα, η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα έλαμπε από χαρά. Κι όταν εκφωνούσε τον λόγο της, είχε ιδιαίτερα λόγια για τη νύφη της.

— Θέλω να ευχαριστήσω την αγαπητή μου Λάρισα, χωρίς την οποία αυτή η γιορτή θα ήταν αδύνατη. Μου έδειξε τι θα πει να είσαι πραγματική οικογένεια.

Η Λάρισα ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Ίσως δεν ήταν όλα χαμένα. Ίσως μπορούσαν στ’ αλήθεια να γίνουν οικογένεια.

Το βράδυ, όταν οι καλεσμένοι έφυγαν κι είχαν πλυθεί τα πιάτα, η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα πλησίασε τη Λάρισα.

— Μπορώ να σε αγκαλιάσω;

Η Λάρισα έγνεψε. Η αγκαλιά βγήκε αδέξια, μα ζεστή.

— Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες δεύτερη ευκαιρία, — ψιθύρισε η πεθερά.

— Σ’ ευχαριστώ που ζητήσατε συγγνώμη.

Στον δρόμο για το σπίτι ο Αντρέι ήταν πανευτυχής.

— Λάρισα, είδες πόσο χαρούμενη ήταν η μαμά; Και πώς σε ευχαρίστησε; Είμαι τόσο χαρούμενος που επιτέλους τα βρήκατε.

— Δεν τα βρήκαμε, Αντρέι. Απλώς ξεκινήσαμε από την αρχή.

— Μα αυτό είναι υπέροχο!

Η Λάρισα κοίταζε την πόλη μέσα από το παράθυρο. Ναι, ήταν καλό. Μα το πιο σημαντικό ήταν ότι κατάλαβε επιτέλους — ο σεβασμός πρέπει στ’ αλήθεια να κερδίζεται. Και για τις σχέσεις πρέπει να δουλεύουν και οι δύο πλευρές.

Ένα μήνα αργότερα η Βαλεντίνα Σεργκέεβνα τηλεφώνησε με μια απρόσμενη πρόταση.

— Λάρισα, γράφτηκα σε μαθήματα υπολογιστών. Θέλω να μάθω να χρησιμοποιώ το διαδίκτυο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Μπορείς να με βοηθήσεις με τις εργασίες μου;

— Φυσικά, θα σε βοηθήσω, — χαμογέλασε η Λάρισα.

Ίσως η οικογένεια να μην είναι αυτό στο οποίο γεννιέσαι, αλλά αυτό που δημιουργείς. Μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη, πράξη με την πράξη. Και μερικές φορές χρειάζεται πρώτα να τα γκρεμίσεις όλα, για να τα ξαναχτίσεις — πάνω σε στέρεες βάσεις αμοιβαίου σεβασμού.

Rating
( No ratings yet )
Like this post? Please share to your friends:
NICE STORY